ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ [:Ματθ. 6, 14-21] Πνευματικά θησαυρίσματα ἀπό ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου H ΩΦΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ[:Ματθ. 6, 14-21]

Πνευματικὰ  θησαυρίσματα ἀπὸ ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

H ΩΦΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

Πολλοὶ χριστιανοί, ἀγνοῶντας τὴ μεγάλη ὠφέλεια τῆς νηστείας, τὴν τηροῦν μὲ δυσφορία ἢ καὶ τὴν ἀθετοῦν. Καὶ ὅμως, τὴ νηστεία πρέπει νὰ τὴ δεχόμαστε μὲ χαρά, ὄχι μὲ βαρυγκώμια ἢ φόβο. Γιατί δὲν εἶναι σὲ ἐμᾶς φοβερή, ἀλλὰ στοὺς δαίμονες. Φέρτε την μπροστὰ σὲ ἕναν δαιμονισμένο, καὶ θὰ παγώσει ἀπὸ τὸν φόβο, θὰ μείνει ἀκίνητος σὰν πέτρα, θὰ δεθεῖ μὲ δεσμὰ ἀόρατα, ὅταν μάλιστα δεῖ νὰ τὴ συνοδεύει ἡ ἀδελφή της καὶ ἀχώριστη συντρόφισσά της, ἡ προσευχή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε: «Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ(:αὐτὸ ὅμως τὸ εἶδος τῶν δαιμόνων δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει καταληφθεῖ ἀπὸ αὐτό, παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ ποὺ συνοδεύεται καὶ μὲ νηστεία, ὥστε ἡ προσευχὴ νὰ γίνεται μὲ διάνοια ὅσο δυνατὸν ἐλαφρότερη καὶ περισσότερο προσηλωμένη στὸ Θεό»[Μάτθ.17,21].

Ἀφοῦ, λοιπόν, ἡ νηστεία διώχνει μακριὰ τοὺς ἐχθροὺς τῆς σωτηρίας μας καὶ εἶναι τόσο φοβερὴ στοὺς δυνάστες τῆς ζωῆς μας, πρέπει νὰ τὴν ἀγαπᾶμε καὶ ὄχι νὰ τὴ φοβόμαστε. Ἄν πρέπει κάτι νὰ φοβόμαστε, αὐτὸ εἶναι ἡ πολυφαγία, προπαντὸς ὅταν συνδυάζεται μὲ τὴ μέθη· γιατί αὐτὴ μᾶς δένει πισθάγκωνα καὶ μᾶς σκλαβώνει στὰ τυραννικὰ πάθη, ἐνῶ ἡ νηστεία, ἀπεναντίας, μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν παθῶν καὶ μᾶς χαρίζει τὴν πνευματικὴ ἐλευθερία. Ὅταν, λοιπὸν καὶ ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν μας πολεμάει καὶ ἀπὸ τὴ δουλεία μᾶς λυτρώνει καὶ στὴν ἐλευθερία μᾶς ξαναφέρνει, ποιὰν ἄλλη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης της χρειαζόμαστε;

Δὲν εἶναι μόνο οἱ μοναχοὶ ποὺ ἔχουν σὲ ὅλη τους τὴν ἰσάγγελη ζωὴ σύντροφο τὴ νηστεία, μὰ καὶ πολλοὶ κοσμικοὶ χριστιανοί, ποὺ μὲ τὰ φτερά της ἔχουν ἀνέβει κι αὐτοὶ σὲ ὕψη οὐράνιας φιλοσοφίας.

Σᾶς θυμίζω πὼς οἱ δύο κορυφαῖοι προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, μολονότι καὶ ἀπὸ ἄλλες ἀρετὲς εἶχαν πολλὴ παρρησία στὸν Θεό, ὅποτε ἤθελαν νὰ μιλήσουν μαζί Του, στὴ νηστεία κατέφευγαν. Αὐτὴ τοὺς ὁδηγοῦσε κοντὰ στὸν Κύριο. Μὰ καὶ πολὺ πιὸ πρίν, στὶς ἀρχὲς τῆς Δημιουργίας, ὅταν ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο, ἀμέσως τὸν παρέδωσε στὰ χέρια τῆς νηστείας, ἀναθέτοντας σὲ  αὐτήν, σὰν σὲ φιλόστοργη μητέρα καὶ ἄριστη  δασκάλα, νὰ φροντίσει γιὰ τὴ σωτηρία του. Γιατί τὸ «ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ(:ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δέντρων τοῦ παραδείσου νὰ τρῶτε ἐλεύθερα, ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅμως τοῦ δέντρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ νὰ μὴ φᾶτε)»[Γέν.2,16-17],δὲν ἦταν παρὰ ἐντολὴ νηστείας. Κι ἂν στὸν παράδεισο ἦταν ἀναγκαία ἡ νηστεία, πολὺ περισσότερο μετὰ ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ἄν πρὶν ἀπὸ τὸ πλήγωμα ἦταν φάρμακο χρήσιμο, πολὺ περισσότερο μετὰ τὸ πλήγωμα. Ἄν πρὶν ἀνάψει ὁ πόλεμος τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν δαιμόνων ἦταν ὅπλο ἀπαραίτητο, πολὺ περισσότερο μετὰ τὸ ξέσπασμα τοῦ πολέμου. Ἄν εἶχε ἀκούσει αὐτὴ τὴ φωνῇ ὁ Ἀδάμ, δὲ θὰ ἄκουγε τὴν ἄλλη, ποὺ τοῦ εἶπε: «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ(:χῶμα εἶναι τὸ σῶμα σου καὶ στὸ χῶμα θὰ καταλήξεις)»[Γέν.3,19]. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάκουσε, γι᾿ αὐτὸ ἀκολούθησαν θάνατος καὶ φροντίδες καὶ πόνοι καὶ λῦπες καὶ ζωὴ βαρύτερη ἀπὸ κάθε θάνατο.

Εἴδατε πὼς ὁ Θεὸς ἀγανακτεῖ, ὅταν ἡ νηστεία περιφρονεῖται; Μάθετε τώρα καὶ πῶς εὐφραίνεται, ὅταν αὐτὴ τιμᾷται. Τὸν θάνατο ἐπέβαλε ὅταν ἡ νηστεία περιφρονήθηκε, τὸν θάνατο ἀνακάλεσε, ὅταν αὐτὴ τιμήθηκε. Ἀπὸ ποιούς; Ἀπὸ τοὺς Νινευίτες.

«Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου (:καὶ μίλησε ὁ Κύριος)», λέει ἡ Ἁγία Γραφή, «πρὸς Ἰωνᾶν τὸν τοῦ Ἀμαθὶ λέγων· ἀνάστηθι καὶ πορεύθητι εἰς Νινευὴ τὴν πόλιν τὴν μεγάλην καὶ κήρυξον ἐν αὐτῇ, ὅτι ἀνέβη ἡ κραυγὴ τῆς κακίας αὐτῆς πρὸς μέ (:στὸν Ἰωνά, τὸν γιὸ τοῦ Ἀμαθί, καὶ τοῦ εἶπε: »Σήκω καὶ πήγαινε στὴ Νινευί, τὴν πόλη τὴ μεγάλη»)»[Ἰων.1,1]. Ὁ Θεὸς τόνισε τὸ μέγεθος τῆς πόλης γιὰ νὰ συγκινήσει τὸν προφήτη, ἐπειδὴ γνώριζε τὴ μελλοντικὴ φυγή του. Πάντως, μετὰ τὴν παρακοή του καὶ τὴ γνωστὴ περιπέτειά του μὲ τὸ θαλάσσιο κῆτος ποὺ τὸν κατάπιε καὶ μέσα στὸ ὁποῖο παρέμεινε ζωντανὸς γιὰ τρεῖς μέρες (βλ. Ἰων.1,3 ἕως 2,11), ὁ Ἰωνᾶς πῆγε ἐπιτέλους στὴ Νινευὶ καὶ ἔφερε στοὺς κατοίκους της τὸ θεϊκὸ μήνυμα τῆς καταστροφῆς τους: «ἔτι τρεῖς ἡμέραι καὶ Νινευὴ καταστραφήσεται(: ἀκόμα τρεῖς μέρες καὶ ἡ Νινευὶ θὰ καταστραφεῖ)»[Ἰων. 3,4]. Σὰν τὸ ἄκουσαν ἐκεῖνοι, δὲν ἔδειξαν δυσπιστία ἢ ἀδιαφορία. Γρήγορα κατέφυγαν στὴ νηστεία ὅλοι, ἄνδρες, γυναῖκες, κύριοι, δοῦλοι, ἄρχοντες, λαός, παιδιά, γέροι. Νηστεία ἐπέβαλαν ἀκόμα καὶ στὰ δίχως νοημοσύνη ζῶα. Καὶ μαζὶ μὲ τὴ νηστεία, παντοῦ πένθιμα ροῦχα, παντοῦ κλάμα, παντοῦ προσευχή, παντοῦ μετάνοια. Βλέπετε γιατί εἶπα πρὶν ὅτι τὴν πολυφαγία καὶ τὴ μέθη πρέπει νὰ φοβόμαστε, ὄχι τὴ νηστεία; Γιατί ἡ μέθη καὶ ἡ πολυφαγία παραλίγο νὰ καταστρέψουν τὴν πόλη, ἐνῶ ἡ νηστεία τὴν ἔσωσε ἀπὸ τὴν καταστροφή.

Ὁ προφήτης Δανιήλ, ἐπίσης, μπῆκε στὸ λάκκο τῶν λιονταριῶν μαζὶ μὲ τὴ νηστεία, καὶ γι᾿ αὐτὸ βγῆκε σῶος, σὰν νὰ εἶχε ριχτεῖ σὲ μαντρὶ προβάτων(Δαν. 6,16-23). Μὰ καὶ οἱ Τρεῖς Παῖδες μὲ τὴ νηστεία μπῆκαν στὸ καμίνι, γι᾿ αὐτὸ βγῆκαν ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τὰ σώματά τους ἀκέραια καὶ πιὸ λαμπρὰ(Δαν. 3,19-27). Ἄν ἡ φωτιὰ ἐκείνη ἦταν ἀληθινή, πῶς δὲν ἔκανε ὅ,τι κάνει ἡ φωτιά; Ἄν τὰ σώματα ἐκεῖνα ἦταν ἀληθινά, πῶς δὲν ἔπαθαν ὅ,τι παθαίνουν τὰ σώματα; Πῶς; Ρώτησε τὴ νηστεία. Αὐτὴ θὰ σοῦ δώσει τὴν ἀπάντηση. Αὐτὴ θὰ σοῦ λύσει τὸ αἴνιγμα. Γιατί, πραγματικά, αἴνιγμα ἦταν τὸ νὰ παλεύουν σώματα μὲ τὴ φωτιὰ καὶ νὰ νικοῦν τὰ σώματα. Βλέπεις παράδοξη πάλη; Βλέπεις ἀκόμα πιὸ παράδοξη νίκη; Θαύμασε τὴ νηστεία καὶ δέξου την μὲ ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά. Γιατί ὅταν καὶ ἀπὸ τὴ φωτιὰ σώζει καὶ ἀπὸ τὰ λιοντάρια φυλάει καὶ τοὺς δαίμονες ἀπομακρύνει καὶ θεϊκὴ ἀπόφαση ἀκυρώνει καὶ τὴ μανία τῶν παθῶν καταστέλλει καὶ στὴν ἐλευθερία μᾶς ξαναφέρνει καὶ τοὺς λογισμούς μας γαληνεύει, ὅταν τόσα ἀγαθὰ ἔχει στὰ χέρια της, δὲν εἶναι τρέλλα νὰ τὴν ἀποφεύγουμε καὶ νὰ τὴ φοβόμαστε;

«Τὴ φοβόμαστε», θὰ πεῖς, «γιατί φθείρει καὶ ἐξασθενίζει τὸ σῶμα». Θὰ μποροῦσα νὰ σοῦ ἀπαντήσω, ὅτι ὅσο ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος, δηλαδὴ τὸ σῶμα, φθείρεται, τόσο ὁ ἐσωτερικός, δηλαδὴ ἡ ψυχή, μέρα μὲ τὴν μέρα ἀνανεώνεται[πρβλ. Β΄κόρ.4,16: «Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλ᾿ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ᾿ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ(:κι ἐπειδὴ γνωρίζουμε ὅτι ὅλα τὰ δυσάρεστα ποὺ μᾶς συμβαίνουν καταλήγουν στὴν εὐχαριστία καὶ στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτὸ δὲν χάνουμε τὸ θάρρος μας, ἀλλὰ κι ἂν ὁ ἐξωτερικός μας ἄνθρωπος, δηλαδὴ τὸ σῶμα μας, φθείρεται ἀπὸ τίς θλίψεις καὶ τοὺς κινδύνους αὐτούς, ὁ ἐσωτερικός μας ὅμως ἄνθρωπος, δηλαδὴ ἡ ψυχή μας, γίνεται νεότερη μέρα μὲ τὴ μέρα)»]. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ὅμως, ἂν θελήσεις νὰ ἐξετάσεις καλὰ τὸ πρᾶγμα, θὰ διαπιστώσεις πὼς ἡ νηστεία περιφρουρεῖ καὶ τὴ σωματικὴ ὑγεία. Κι ἂν δὲν πιστεύεις στὰ λόγια μου, ρώτησε τοὺς γιατρούς, καὶ καλύτερα θὰ σοῦ τὰ ποῦν αὐτοί, ποὺ ὀνομάζουν τὴν ὀλιγοφαγία «μητέρα τῆς ὑγείας», ἐνῶ, ἀπεναντίας, λένε πὼς ἀπὸ τὴν πολυφαγία προέρχονται πάρα πολλὲς ἀρρώστιες, οἱ ὁποῖες, σὰν αὐλάκια νεροῦ ποὺ πηγάζουν ἀπὸ μολυσμένη πηγή, καταστρέφουν τὸ σῶμα.

Ἄς μὴ φοβόμαστε, λοιπόν, τὴ νηστεία, ποὺ ἀπὸ τόσα κακά μᾶς ἀπαλλάσσει. Αὐτὸ δὲν τὸ λέω χωρὶς λόγο. Βλέπω πολλοὺς ἀνθρώπους νὰ ρίχνονται ἀσυγκράτητοι στὸ φαγητὸ καὶ τὸ πιοτὸ τόσο πρίν, ὅσο καὶ μετὰ τὴ νηστεία, καταστρέφοντας τὴν ὠφέλειά της. Ἔτσι, δηλαδή, γίνεται στὴν ψυχή μας ὅ,τι καὶ σὲ ἕνα ἄρρωστο σῶμα, πού, μόλις ἀρχίσει νὰ συνέρχεται καὶ κάνει νὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὸ κρεβάτι, τοῦ δίνει κάποιος μιὰ δυνατὴ κλωτσιὰ καὶ τὸ ρίχνει κάτω χειρότερα. Κάτι τέτοιο, λοιπόν, γίνεται καὶ στὴν ψυχή μας, ὅταν πρὶν ἢ μετὰ τὴ νηστεία ἐπισκιάσουμε τὴ νηφαλιότητα, ποὺ χαρίζει αὐτή, μὲ τὸν σκοτισμό, ποὺ φέρνει ἡ κραιπάλη.

Ἀλλὰ καὶ ὅταν νηστεύουμε, δὲν φτάνει ἡ ἀποχὴ ἀπὸ ὁρισμένες τροφές, γιὰ νὰ ὠφεληθοῦμε ψυχικά. Ὑπάρχει κίνδυνος, τηρῶντας τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μὴν κερδίσουμε τίποτα. Πῶς; Ὅταν μένουμε μακριὰ ἀπὸ τὰ φαγητά, δὲν μένουμε ὅμως μακριὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· ὅταν δὲν τρῶμε κρέατα, τρῶμε ὅμως τὸ βιὸς τῶν φτωχῶν· ὅταν δὲν μεθᾶμε μὲ κρασί, μεθᾶμε ὅμως ἀπὸ τὴν πονηρὴ ἐπιθυμία· ὅταν περνᾶμε τὴ μέρα νηστικοί, βλέποντας ὅμως αἰσχρὰ θεάματα. Ἔτσι ἡ νηστεία μας εἶναι ἀνώφελη. Γι᾿ αὐτὸ ἂς τὴ συνδυάσουμε μὲ τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν παθῶν, μὲ τὴν ἐγκράτεια ἀπὸ κάθε ἁμάρτημα, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα. Ἔτσι μόνο θὰ ἔχει καρποὺς καὶ θὰ εἶναι μιὰ θυσία εὐάρεστη στὸν Θεό.

        ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,       

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ- ΝΗΣΤΕΙΑ: ΠΟΣΟ ΚΡΑΤΑΕΙ, ΤΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΟΤΕ


Είναι η πιο σημαντική περίοδος νηστείας στο εκκλησιαστικό ημερολόγιο των Ορθοδόξων Χριστιανών. Είναι η παλιότερη από τις μεγάλες νηστείες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα. Αρχικά διαρκούσε έξι εβδομάδες ενώ αργότερα, προστέθηκε και η έβδομη εβδομάδα. Έτσι σήμερα παρόλο μιλάμε για Σαρακοστη, μετράμε 48 μέρες νηστείας.

Αυτοί που κρατούν τη νηστεία, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο, είναι συνήθως άνθρωποι βαθιά θρησκευόμενοι. Από την άλλη, ειδικά τα τελευταία χρόνια, δεν λείπουν και αυτοί που θεωρούν ότι είναι μία καλή ευκαιρία για να κάνουν μία διατροφή-αποτοξίνωση και αποφεύγουν το κρέας και τα ζωικά παράγωγα, χωρίς να περιορίζονται από τα στενά όρια που θέτει η θρησκεία.

Η παράδοση προστάζει ότι κατά τη διάρκεια της νηστείας, σε γενικές γραμμές απαγορεύονται κρέας, ψάρι, γαλακτοκομικά, λάδι και κρασί. Κατ’ εξαίρεσιν τα Σάββατα και τις Κυριακές επιτρέπονται το λάδι και το κρασί, εκτός από το Μεγάλο Σάββατο, που είναι το μοναδικό Σάββατο του έτους στο οποίο απαγορεύονται λάδι και κρασί. Στις 25 Μαρτίου και την Κυριακή των Βαΐων τρώμε ψάρι.

Τάφηκε ο ασκητικός και καλόκαρδος ηγούμενος της Μονής Στομίου Κονίτσης

Τάφηκε στη  Μονή Στομίου, στις 24 Φεβρουαρίου 2024, ο ηγούμενός της αείμνηστος αρχιμανδρίτης π. Κοσμάς Σιώζος, ενώ, νωρίτερα, η νεκρώσιμος ακολουθία τελέστηκε στον προσκυνηματικό ναό του αγίου Κοσμά Κονίτσης, όπου υπήρξε εφημέριος για πολλά χρόνια.

Της εξοδίου ακολουθίας χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος, ο οποίος και στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό ιεροσύνης είχε χειροτονηθεί από τον αλησμόνητο Σεβαστιανό και με τον μακαριστό π. Κοσμά τους συνέδεε αδελφική εν Χριστώ σχέση.

Μίλησε πάρα πολύ συγκινητικά για τον αλησμόνητο ηγούμενο, με λόγια καρδιάς και συνείδησης, χαρακτηρίζοντάς τον, μεταξύ άλλων, διαμάντι της Εκκλησίας, και αναφέροντας ότι ο αξέχαστος π. Κοσμάς, ενώ εξομολογούνταν σ’ εκείνον, στην ουσία ο Μητροπολίτης βρισκόταν εξομολογούμενος σ’ αυτόν.

Συγκλονιστικές είναι οι στιγμές από την άνοδο του σκηνώματος του π. Κοσμά στη Μονή Στομίου, πολλές φορές, με το νεκρό σώμα του να προηγείται και να ακολουθούν στην ανηφοριά κληρικοί και λαϊκοί. Δεν επρόκειτο για πομπή θανάτου, παρά την ανθρώπινη θλίψη, αλλά για μυσταγωγία ανάστασης.

Εκοιμήθη ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά Βεροίας Αρχιμ. Παντελεήμων Κορφιωτάκης.

Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας κ. Παντελεήμων καί ἡ περί αὐτόν μοναστική ἀδελφότητα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Δοβρᾶ Βεροίας ἀγγέλλουν τήν πρός Κύριον ἐκδημία τοῦ μακαριστοῦ Κτίτορος καί Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Δοβρᾶ Βεροίας Ἀρχιμ. Παντελεήμονος Κορφιωτάκη (63 ἐτῶν).

Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία θά τελεσθεῖ τήν Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου στίς 12 τό μεσημέρι στό Καθολικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Δοβρᾶ Βεροίας, ἐνῷ ἡ σορός τοῦ μακαριστοῦ Καθηγουμένου θά τεθεῖ σέ προσκύνημα ἀπό σήμερα Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου στις 11:00 π.μ. μέχρι τήν Ἐξόδιο Ἀκολουθία.

Σήμερα στίς 9:00 μ.μ. θά τελεσθεῖ Ἱερά Ἀγρυπνία καί ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία κατά τή μοναχική τάξη, ἐνῶ τό πρωί τῆς Παρασκευῆς στίς 7:00 π.μ. Ὄρθρος καί Θεία Λειτουργία. Ἡ ταφή θά πραγματοποιηθεῖ στό Κοιμητήριο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.

Εἰς μνήμην τοῦ μακαριστοῦ Καθηγουμένου ὅσοι ἐπιθυμοῦν μποροῦν νά προσφέρουν, ἀντί στεφάνου, ὑπέρ ἀνεγέρσεως τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ τοῦ Ἰατροῦ.

Παρακαλοῦνται τά πνευματικά του τέκνα καί οἱ εὐλαβεῖς προσκυνητές τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ὅπως παραστοῦν καί συνοδεύσουν τήν ἐκφοράν τοῦ σκηνώματος τοῦ μεταστάντος.

Ἡ μνήμη αὐτοῦ εἴη ἄληστος καί αἰωνία!

Εκοιμήθη ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά Βεροίας Αρχιμ. Παντελεήμων Κορφιωτάκης. | orthodoxia.online | ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - Ορθοδοξία | Εκκλησιαστικές ειδήσεις τώρα | Εκκλησία | Εκκλησία | orthodoxia.online | ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - Ορθοδοξία

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Παντελεήμων (κατά κόσμον Γεώργιος) Κορφιωτάκης γεννήθηκε τό 1962 στήν Ἀθήνα. Ἡ οἰκογένειά του καταγόταν ἀπό τή Μάνη καί τήν Καλαμάτα, στήν ὁποία εὑρίσκεται καί ὁ ὀνομαστός «Πύργος Κορφιωτάκη» πού ἔχει δωρηθεῖ πλέον στήν Ἱερά Μητρόπολη Μεσσηνίας.

Μετά τήν ὁλοκλήρωση τῶν ἐγκυκλίων σπουδῶν του στήν Ἀθήνα, εἰσήχθη τό 1979 στή Νομική Σχολή τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καί ἔκτοτε συνεδέθη μέ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας κ. Παντελεήμονα, τότε Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Ὑπῆρξε ἕνα ἀπό τά πρῶτα καί βασικά μέλη τῆς Χριστιανικῆς Καταφυγῆς Νέων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Ἀκόμη καί μετά τήν ἀπόκτηση τοῦ πτυχίου τῆς Νομικῆς Σχολῆς παρέμεινε στή Θεσσαλονίκη, διακονώντας τήν τοπική Ἐκκλησία γιά περισσότερο ἀπό μία δεκαετία μέ τή διδασκαλία του στό Κοινωνικό Φροντιστήριο, τή συμμετοχή του στίς κατηχητικές συνάξεις, στίς χριστιανικές κατασκηνώσεις καί τίς λοιπές δράσεις τῆς Χριστιανικῆς Καταφυγῆς, καθώς καί στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.

Μέ τήν ἐκλογή τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Παντελεήμονος στή Μητρόπολη Βεροίας τόν ἀκολούθησε στήν Βέροια. Ἐκάρη μοναχός ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας στίς 23 Ἰουλίου 1994 στό σπήλαιο τῶν Ἁγίων Πατέρων Διονυσίου τοῦ ρήτορος καί Μητροφάνους, στή Μικρά Ἁγία Ἄννα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, λαμβάνοντας τό ὄνομα Παντελεήμων καί χειροτονήθηκε διάκονος λίγες ἡμέρες ἀργότερα, στίς 27 Ἰουλίου 1994, στή Βέροια. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε στή Νάουσα, στίς 26 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 1995, ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας κ. Παντελεήμονα, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀπένειμε τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου καί ἐν συνεχείᾳ τοῦ πνευματικοῦ. Ἀρχικά διορίστηκε ἐφημέριος καί προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Ἐλεήμονος Βεροίας, ἐνῶ παράλληλα ἀνέλαβε τήν πνευματική ἐπιστασία τῆς νεοσύστατης ἀδελφότητας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Δοβρᾶ.

Τό ἔτος 2002 ἐκάρη Μεγαλόσχημος μοναχός. Τό 2004 ἐξελέγη παμψηφεί Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Δοβρᾶ καί ἐνθρονίστηκε τήν Παρασκευή τῆς Διακαινησίμου τοῦ ἴδιου ἔτους κατά τήν ἡμέρα τῶν Ἐγκαινίων τοῦ Καθολικοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Διετέλεσε ἐπί δύο θητεῖες μέλος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας Οἰκονομικῶν (Ε.Κ.Υ.Ο) τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος.

Ὁ μακαριστός Γέρων Παντελεήμων διέθεσε ὅλη τήν προσωπική του περιουσία γιά τήν ἐκ βάθρων ἀνακαίνιση τοῦ Καθολικοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Δοβρᾶ, τήν ἀνέγερση τῶν νέων κτιρίων μέ τά κελλιά τῶν πατέρων καί τό Ἀρχονταρίκι, καθώς καί γιά τή διαμόρφωση καί τόν καλλωπισμό τοῦ αὐλείου χώρου τῆς Μονῆς μέ τό Ἁγίασμα τῆς Παναγίας.

Ἐπί τῆς ἡγουμενίας του θεμελιώθηκε καί ἀποπερατώθηκε τό κτίριο τοῦ Ξενῶνος καί τῶν Ἐργαστηρίων τῆς Μονῆς, θεμελιώθηκε ὁ Ἱερός Ναός τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ τοῦ Ἰατροῦ, ἀλλά καί διαμορφώθηκε καί ἐξωραΐστηκε ὁ περιβάλλων χῶρος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Μέ πολλή ἀγάπη καί ὑπομονή ἄσκησε τό λειτούργημα τῆς πνευματικῆς πατρότητας δεχόμενος καθημερινά πολλούς ἀνθρώπους ἀπό τήν ἐπαρχία μας ἀλλά καί προσκυνητές στό μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Καί αὐτά παρά τίς προσωπικές δυσκολίες πού ἀντιμετώπιζε, καθώς δύο φορές νόσησε ἀπό καρκίνο. Τήν τελευταία ἑπταετία ταλαιπωρήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τήν ἀσθένεια καί μέ τή βοήθεια τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ ξεπέρασε ἀρκετές φορές τόν κίνδυνο καί συνέχισε νά σηκώνει μέ ὑπομονή τόν σταυρό τῆς δοκιμασίας του. Ἐκοιμήθη στίς 27 Φεβρουαρίου δοξάζοντας τόν Θεό μέχρι τέλους γιά τίς μεγάλες εὐλογίες καί εὐεργεσίες πού τόν ἀξίωσε νά ζήσει.

Εκοιμήθη ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά Βεροίας Αρχιμ. Παντελεήμων Κορφιωτάκης. | orthodoxia.online | ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - Ορθοδοξία | Εκκλησιαστικές ειδήσεις τώρα | Εκκλησία | Εκκλησία | orthodoxia.online | ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - Ορθοδοξία

Ευαγγέλιο & Απόστολος σήμερα Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΒ´ 39 – 42



39 Καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη κατὰ τὸ ἔθος εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ. 40 γενόμενος δὲ ἐπὶ τοῦ τόπου εἶπεν αὐτοῖς· Προσεύχεσθε μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν. 41 καὶ αὐτὸς ἀπεσπάσθη ἀπ’ αὐτῶν ὡσεὶ λίθου βολήν, καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύχετο 42 λέγων· Πάτερ, εἰ βούλει παρενεγκεῖν τοῦτο τὸ ποτήριον ἀπ’ ἐμοῦ· πλὴν μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΒ´ 45 – 71



45 καὶ ἀναστὰς ἀπὸ τῆς προσευχῆς, ἐλθὼν πρὸς τοὺς μαθητὰς εὗρεν αὐτοὺς κοιμωμένους ἀπὸ τῆς λύπης, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί καθεύδετε; ἀναστάντες προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. 47 Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ ὄχλος, καὶ ὁ λεγόμενος Ἰούδας, εἷς τῶν δώδεκα, προῆγεν αὐτούς, καὶ ἤγγισε τῷ Ἰησοῦ φιλῆσαι αὐτόν· τοῦτο γὰρ σημεῖον δεδώκει αὐτοῖς· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστιν. 48 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως; 49 ἰδόντες δὲ οἱ περὶ αὐτὸν τὸ ἐσόμενον εἶπον αὐτῷ· Κύριε, εἰ πατάξομεν ἐν μαχαίρᾳ; 50 καὶ ἐπάταξεν εἷς τις ἐξ αὐτῶν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ οὖς τὸ δεξιόν. 51 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἐᾶτε ἕως τούτου· καὶ ἁψάμενος τοῦ ὠτίου ἰάσατο αὐτόν· 52 εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς παραγενομένους ἐπ’ αὐτὸν ἀρχιερεῖς καὶ στρατηγοὺς τοῦ ἱεροῦ καὶ πρεσβυτέρους· Ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων; 53 καθ’ ἡμέραν ὄντος μου μεθ’ ὑμῶν ἐν τῷ ἱερῷ οὐκ ἐξετείνατε τὰς χεῖρας ἐπ’ ἐμέ. ἀλλ’ αὕτη ἐστὶν ὑμῶν ἡ ὥρα καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους. 54 Συλλαβόντες δὲ αὐτὸν ἤγαγον καὶ εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχιερέως· ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει μακρόθεν. 55 ἁψάντων δὲ πυρὰν ἐν μέσῳ τῆς αὐλῆς καὶ συγκαθισάντων αὐτῶν ἐκάθητο ὁ Πέτρος ἐν μέσῳ αὐτῶν. 56 ἰδοῦσα δὲ αὐτὸν παιδίσκη τις καθήμενον πρὸς τὸ φῶς καὶ ἀτενίσασα αὐτῷ εἶπε· Καὶ οὗτος σὺν αὐτῷ ἦν· 57 ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων· Γύναι, οὐκ οἶδα αὐτόν. 

58 καὶ μετὰ βραχὺ ἕτερος ἰδὼν αὐτὸν ἔφη· Καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ· ὁ δὲ Πέτρος εἶπεν· Ἄνθρωπε, οὐκ εἰμί. 59 καὶ διαστάσης ὡσεὶ ὥρας μιᾶς ἄλλος τις διισχυρίζετο λέγων· Ἐπ’ ἀληθείας καὶ οὗτος μετ’ αὐτοῦ ἦν· καὶ γὰρ Γαλιλαῖός ἐστιν. 60 εἶπε δὲ ὁ Πέτρος· Ἄνθρωπε, οὐκ οἶδα ὃ λέγεις. καὶ παραχρῆμα, ἔτι λαλοῦντος αὐτοῦ, ἐφώνησε ἀλέκτωρ. 61 καὶ στραφεὶς ὁ Κύριος ἐνέβλεψε τῷ Πέτρῳ, καὶ ὑπεμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, ὡς εἶπεν αὐτῷ ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι ἀπαρνήσῃ με τρίς· 62 καὶ ἐξελθὼν ἔξω ὁ Πέτρος ἔκλαυσε πικρῶς. 63 Καὶ οἱ ἄνδρες οἱ συνέχοντες τὸν Ἰησοῦν ἐνέπαιζον αὐτῷ δέροντες, 64 καὶ περικαλύψαντες αὐτὸν ἔτυπτον αὐτοῦ τὸ πρόσωπον καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Προφήτευσον τίς ἐστιν ὁ παίσας σε; 65 καὶ ἕτερα πολλὰ βλασφημοῦντες ἔλεγον εἰς αὐτόν. 66 Καὶ ὡς ἐγένετο ἡμέρα, συνήχθη τὸ πρεσβυτέριον τοῦ λαοῦ, ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον ἑαυτῶν, λέγοντες· Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπέ ἡμῖν. 67 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐὰν ὑμῖν εἴπω, οὐ μὴ πιστεύσητε, 68 ἐὰν δὲ καὶ ἐρωτήσω, οὐ μὴ ἀποκριθῆτέ μοι ἢ ἀπολύσητε· 69 ἀπὸ τοῦ νῦν ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καθήμενος ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. 70 εἶπον δὲ πάντες· Σὺ οὖν εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ; ὁ δὲ πρὸς αὐτοὺς ἔφη· Ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐγώ εἰμι. 71 οἱ δὲ εἶπον· Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτυρίας; αὐτοὶ γὰρ ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΓ´ 1 – 1



1 Καὶ ἀναστὰν ἅπαν τὸ πλῆθος αὐτῶν ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸν Πιλᾶτον.

Απόδοση στα νέα Ελληνικά

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΒ´ 39 – 42



39 Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκεν, ἐπῆγε κατὰ τὴν συνήθειάν του εἰς τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν. Τὸν ἠκολούθησαν δὲ καὶ οἱ μαθηταί του. 40 Ὅταν δὲ ἦλθεν εἰς τὸν τόπον, ποὺ ἐσυνήθιζε νὰ ἔρχεται, τοὺς εἶπε· Προσεύχεσθε καὶ παρακαλέσατε τὸν Θεὸν νὰ σᾶς προφυλάξῃ, ὥστε νὰ μὴ πέσετε εἰς πειρασμόν. 41 Καὶ αὐτὸς ἀπεμακρύνθη ἀπὸ αὐτοὺς εἰς ἀπόστασιν πετροβολιᾶς, καὶ ἀφοῦ ἐγονάτισε προσηύχετο. 42 Καὶ ἔλεγε· Πάτερ, ἐὰν εἶναι θέλημά σου νὰ ἀπομακρύνῃς τὸ ποτήριον αὐτὸ τοῦ θανάτου ἀπὸ ἐμέ, ἀπομάκρυνέ το· ἀλλ’ ὅμως ὄχι νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λόγῳ τῆς φυσικῆς ἀποστροφῆς πρὸς τὸν θάνατον ἡ ἀνθρωπίνη φύσις μου θέλει, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλεις σύ.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΒ´ 45 – 71



45 Καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν προσευχήν, ἦλθε πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς εὗρε νὰ κοιμῶνται ἀπὸ τὴν κόπωσιν καὶ χαλάρωσιν, ποὺ ἐπροκάλεσεν εἰς τὰ νεῦρα των ἡ πολλή των λύπη. 46 Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Διατί κοιμᾶσθε; Σηκωθῆτε καὶ προσεύχεσθε, διὰ νὰ μὴ ἐμβῆτε εἰς πειρασμὸν καὶ κυριευθῆτε ὑπ’ αὐτοῦ. 47 Ἐνῷ δὲ ὁ Ἰησοῦς ὡμίλει ἀκόμη, ἔξαφνα κατέφθασεν ὄχλος, καὶ αὐτός, ποὺ ὠνομάζετο Ἰούδας, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ἐπήγαινεν ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἐπλησίασε τὸν Ἰησοῦν διὰ νὰ τὸν φιλήσῃ. Διότι αὐτὸ τὸ σημάδι εἶχε δώσει εἰς αὐτούς. Τοὺς εἶχεν εἴπει δηλαδή: Ἐκεῖνον ποὺ θὰ φιλήσω, αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς. 48 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπεν· Ἰούδα, μὲ φίλημα, ποὺ ἕως τώρα ἦτο δεῖγμα τῆς ἀγάπης μας, προδίδεις αὐτόν, ποὺ εἶναι ὁ μοναδικὸς ἐκπρόσωπος τοῦ ἀνθρώπινου γένους καὶ ἀναμενόμενος κατὰ τοὺς προφήτας Μεσσίας; 49 Ὅταν δὲ εἶδον ἐκεῖνοι, ποὺ ἦσαν γύρω ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν αὐτό, ποὺ ἔμελλε νὰ συμβῇ, ὅτι δηλαδὴ ἐπρόκειτο νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν πάρουν, εἶπαν πρὸς αὐτόν· Κύριε, ἐὰν τὸ ἐπιτρέπῃς, νὰ τοὺς κτυπήσωμεν μὲ μάχαιραν; 50 Καὶ ἕνας κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς ἐκτύπησε μὲ τὴν μάχαιραν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ δεξιὸν αύτί. 51 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἀφήσατε· φθάνει ἕως αὐτοῦ. Μὴ ἀνθίστασθε περισσότερον. Καὶ ἀφοῦ ἤγγισε τὸ αὐτὶ τοῦ δούλου, τὸν ἐθεράπευσε. 

52 Εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς στρατηγοὺς τοῦ ἱεροῦ καὶ τοὺς πρεσβυτέρους, ποὺ ἦλθαν μαζὶ μὲ τὸν ὄχλον ἐναντίον του· Ἐβγήκατε μὲ σπαθιὰ καὶ μὲ ρόπαλα, σὰν νὰ ἤρχεσθε ἐναντίον λῃστοῦ; 53 Ὅταν ἐγὼ ἤμην μαζί σας κάθε ἡμέραν εἰς τὸ ἱερόν, δὲν ἀπλώσατε τὰς χεῖρας σας ἐπάνω μου διὰ νὰ μὲ συλλάβετε. Καὶ ἤλθετε τὴν ὥραν αὐτὴν τῆς νυκτός. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ὥρα παρεχορήθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ὡς ὥρα ἰδική σας διὰ νὰ ἐπιτύχετε τὸ κακοῦργον σχέδιόν σας, καὶ συμπίπτει αὐτὴ πρὸς τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ σατανᾶς φανερώνει τὴν ἐξουσίαν καὶ δύναμίν του, διότι εἰς τὸ σκότος γίνονται τὰ ἐγκλήματα καὶ ὑπὸ τὸ σκότος ζητεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ κρύπτεται, διὰ νὰ ἁμαρτάνῃ ἐλευθέρως. 54 Ἀφοῦ δὲ τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔφεραν εἰς τὴν πόλιν καὶ τὸν ἔμβασαν εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀρχιερέως. Ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει ἀπὸ μακράν. 55 Ἀφοῦ δὲ ἤναψαν φωτιὰν εἰς τὸ μέσον τῆς αὐλῆς καὶ ἐκάθησαν ὅλοι μαζὶ διὰ νὰ ζεσταίνωνται, ἐκάθητο καὶ ὁ Πέτρος ἐν μέσῳ αὐτῶν. 56 Ὅταν δὲ μία νεαρὰ ὑπηρέτρια τὸν εἶδε νὰ κάθηται κοντὰ εἰς τὸ φῶς, ποὺ ἔρριπτεν ἡ φωτιά, τὸν παρετήρησε προσεκτικὰ καὶ εἶπε· Καὶ αὐτὸς ἦτο μαζὶ μὲ τοῦτον, ποὺ εἶναι μέσα δεμένος. 57 Ἀλλ’ ὁ Πέτρος τὸν ἠρνήθη καὶ εἶπε· Γυναῖκα, δὲν τὸν ξεύρω. 58 Καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο τὸν εἶδε κάποιος ἄλλος καὶ εἶπε· Καὶ σὺ εἶσαι ἀπὸ αὐτούς. Ἀλλ’ ὁ Πέτρος εἶπεν· Ἄνθρωπε, δὲν εἶμαι ἀπὸ αὐτούς. 

59 Καὶ ἀφοῦ ἐπέρασε περίπου μία ὥρα, κάποιος μὲ ἐπιμονὴν ἐβεβαίωνε καὶ ἔλεγεν· Ἀλήθεια καὶ αὐτὸς ἦτο μαζὶ μὲ τοῦτον, ποὺ δικάζεται μέσα, διότι καθὼς φαίνεται ἀπὸ τὴν προφοράν του εἶναι Γαλιλαῖος. 60 Ἀλλ’ ὁ Πέτρος εἶπεν· Ἄνθρωπε, δὲν ξεύρω τί λέγεις. Καὶ ἀμέσως, ἐνῷ ἀκόμη ὡμίλει ὁ Πέτρος καὶ ἔλεγε τὰ λόγια αὐτά, ἐλάλησεν ὁ πετεινός. 61 Καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔστρεψεν ὁ Κύριος καὶ παρετήρησεν ἐκφραστικὰ τὸν Πέτρον. Καὶ ἐνεθυμήθη ὁ Πέτρος τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ὅπως τοῦ τὸν εἶπεν, ὅτι δηλαδὴ προτοῦ λαλήσῃ ὁ πετεινός, θὰ μὲ ἀρνηθῇς τρεῖς φοράς. 62 Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκεν ὁ Πέτρος ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχὴν τοῦ ἀρχιερατικοῦ μεγάρου, ἔκλαυσε πικρά. 63 Καὶ οἱ ἄνδρες ποὺ ἐκράτουν καὶ ἐφύλαττον καλὰ τὸν Ἰησοῦν, τὸν ἐνέπαιζαν καὶ τὸν ἔδερναν. 64 Καὶ ἀφοῦ τοῦ ἐκάλυψαν τριγύρω τὴν κεφαλὴν διὰ νὰ μὴ βλέπῃ, τοῦ ἐκτύπων τὸ πρόσωπον καὶ τὸν ἠρώτων λέγοντες· Προφήτευσε, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ σὲ ἐκτύπησε. 65 Καὶ τοῦ ἔλεγαν πολλὰς ἄλλας ὕβρεις, μὲ τὰς ὁποίας ἐβλασφήμουν. 66 Καὶ ὅταν ἐξημέρωσεν, ἐμαζεύθησαν οἱ προεστοὶ τοῦ λαοῦ, δηλαδὴ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς, καὶ ἀνέβασαν αὐτὸν ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου των λέγοντες· Εἰπέ μας, ἐὰν εἶσαι σὺ ὁ Χριστός. 67 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπεν· Ἐὰν σᾶς εἴπω τί εἶμαι, δὲν θὰ τὸ πιστεύσετε. 68 Ἐὰν δὲ καὶ προβάλω εἰς σᾶς ἐρωτήσεις καὶ ἐπιχειρήματα πειστικά, δὲν θὰ μοῦ δώσετε ἀπάντησιν εἰς αὐτά, οὔτε θὰ μὲ ἀφήσετε ἐλεύθερον. 69 Τόσον μόνον σᾶς λέγω, ὅτι ἀπὸ τώρα ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, θὰ κάθεται διαρκῶς εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ. 70 Εἶπον δὲ τότε ὅλοι· Σὺ λοιπὸν εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτούς· Τὸ λέγετε καὶ σεῖς, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. 71 Αὐτοὶ δὲ εἶπον· Τί μᾶς χρειάζεται πλέον ἄλλη μαρτυρία; Εἶναι περιττή. Διότι ὅλοι ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸ στόμα του νὰ λέγῃ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΓ´ 1 – 1



1 Καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθη ὅλον τὸ πλῆθος τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων, ποὺ ἀπετέλουν τὸ συνέδριον, ἔφεραν τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν Πιλᾶτον.

Απόστολος σήμερα Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ Α´ 1 – 10



1 Ἰούδας, Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ἀδελφὸς δὲ Ἰακώβου, τοῖς ἐν Θεῷ πατρὶ ἠγιασμένοις καὶ Ἰησοῦ Χριστῷ τετηρημένοις κλητοῖς· 2 ἔλεος ὑμῖν καὶ εἰρήνη καὶ ἀγάπη πληθυνθείη. 3 Ἀγαπητοί, πᾶσαν σπουδὴν ποιούμενος γράφειν ὑμῖν περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει. 4 παρεισέδυσαν γάρ τινες ἄνθρωποι, οἱ πάλαι προγεγραμμένοι εἰς τοῦτο τὸ κρίμα, ἀσεβεῖς, τὴν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν χάριν μετατιθέντες εἰς ἀσέλγειαν καὶ τὸν μόνον δεσπότην καὶ Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἀρνούμενοι. 5 Ὑπομνῆσαι δὲ ὑμᾶς βούλομαι, εἰδότας ὑμᾶς ἅπαξ τοῦτο, ὅτι ὁ Κύριος λαὸν ἐκ τῆς Αἰγύπτου σώσας, τὸ δεύτερον τοὺς μὴ πιστεύσαντας ἀπώλεσεν, 6 ἀγγέλους τε τοὺς μὴ τηρήσαντας τὴν ἑαυτῶν ἀρχὴν, ἀλλὰ ἀπολιπόντας τὸ ἴδιον οἰκητήριον εἰς κρίσιν μεγάλης ἡμέρας δεσμοῖς ἀϊδίοις ὑπὸ ζόφον τετήρηκεν· 7 ὡς Σόδομα καὶ Γόμορρα καὶ αἱ περὶ αὐτὰς πόλεις τὸν ὅμοιον τούτοις τρόπον ἐκπορνεύσασαι καὶ ἀπελθοῦσαι ὀπίσω σαρκὸς ἑτέρας, πρόκεινται δεῖγμα, πυρὸς αἰωνίου δίκην ὑπέχουσαι. 8 ὁμοίως μέντοι καὶ οὗτοι ἐνυπνιαζόμενοι σάρκα μὲν μιαίνουσι, κυριότητα δὲ ἀθετοῦσι, δόξας δὲ βλασφημοῦσιν. 9 ὁ δὲ Μιχαὴλ ὁ ἀρχάγγελος, ὅτε τῷ διαβόλῳ διακρινόμενος διελέγετο περὶ τοῦ Μωϋσέως σώματος, οὐκ ἐτόλμησε κρίσιν ἐπενεγκεῖν βλασφημίας, ἀλλ’ εἶπεν· ἐπιτιμήσαι σοι Κύριος. 10 οὗτοι δὲ ὅσα μὲν οὐκ οἴδασι βλασφημοῦσιν, ὅσα δὲ φυσικῶς ὡς τὰ ἄλογα ζῷα ἐπίστανται, ἐν τούτοις φθείρονται.

Απόδοση στα νέα Ελληνικά

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ Α´ 1 – 10



1 Εγὼ ὁ Ἰούδας, ποὺ εἶμαι δοῦλος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀδελφὸς δὲ τοῦ Ἰακώβου, γράφω τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, πρὸς τοὺς προσκαλεσμένους εἰς τὴν χριστιανικῶν πίστιν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἁγιασθῆ ἀπὸ τὸν Θεόν καὶ Πατέρα καὶ ἔχουν διαφυλαχθῆ ἀπὸ τόσους ἠθικοὺς κινδύνους διὰ νὰ ἀνήκουν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. 2 Εἴθε νὰ πλεονάσουν εἰς σᾶς τὸ ἔλεος καὶ ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἀγάπη. 3 Ἀγαπητοί, ἐνῶ εἶχον σφοδρὸν πόθον νὰ σᾶς γράψω περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ποὺ εἰς ὅλους μᾶς ἐχάρισεν ὁ Χριστός, ἠναγκάσθην ἀπὸ τὰς περιστάσεις νὰ σᾶς γράψω διὰ νὰ σᾶς προτρέψω νὰ ἀγωνίζεσθε μὲ δύναμιν ὑπὲρ τῆς πίστεως, ἡ ὁποία διὰ τοῦ προφορικοῦ κηρύγματος παρεδόθη μιὰ φορὰ γιὰ πάντα εἰς τοὺς Χριστιανούς. 4 Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀγωνίζεσθε διὰ τὴν πίστιν αὐτήν, διότι ὕπουλα καὶ δόλια εἰσεχώρησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μερικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πρὸ πολλοῦ χρόνου εἶχον προφητευθῆ καὶ καθορισθῆ εἰς τὰς Γραφάς, ὅτι θὰ ἀνεφαίνοντο καὶ θὰ κατεδικάζοντο εἰς τὴν κατάκρισιν καὶ τιμωρίαν αὐτήν, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω κατωτέρω.

Εἶναι ἀσεβεῖς, ποὺ διαστρέφουν καὶ παραχαράττουν τὴν χάριν τοῦ φωτισμοῦ τῆς ἀληθείας, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκε δωρεὰν ὁ Θεός. Τὴν παραχαράττουν καὶ τὴν νοθεύουν ζητοῦντες ἐπιχειρήματα ἐξ αὐτῆς πρὸς δικαιολογίαν βίου ἀκολάστου καὶ ἀνηθίκου. Καὶ ἀρνοῦνται τὸν ἕνα καὶ μόνον Δεσπότην καὶ Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν. 5 Θέλω δὲ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ἂν καὶ σεῖς ἐμάθετε τοῦτο μιὰ φορὰ για πάντα, ὅτι ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἔσωσε διὰ θαυμάτων τὸν ἰουδαϊκὸν λαὸν ἀπὸ τὴν γῆν τῆς Αἰγύπτου, ἔπειτα ὅσους δὲν ἐπίστευσαν, κατεδίκασε νὰ ἀποθάνουν εἰς τὴν ἔρημον, χωρὶς νὰ ἀπολαύσουν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. 6 Καὶ τοὺς ἀγγέλους, ποὺ δὲν ἐφύλαξαν τὸ ὑψηλόν τους ἀξίωμα, ἀλλ’ ἐγκατέλιπον τὴν ἐν οὐρανοῖς κατοικίαν των καὶ ζωήν, τοὺς ἔχει φυλάξει διὰ νὰ δικασθοῦν κατὰ τὴν μεγάλην ἡμέραν τῆς παγκοσμίου Κρίσεως δεμένους ὑπὸ σκότος πνευματικὸν καὶ παντελῆ ἄγνοιαν τῆς θείας χάριτος καὶ ἀληθείας μὲ δεσμὰ αἰώνια, ποὺ δὲν θὰ συντριβοῦν ποτέ. 

7 Ὅπως τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα καὶ αἱ τριγύρω των πόλεις, ποὺ κατὰ τὸν ὅμοιον τρόπον πρὸς τοὺς ἀσεβεῖς αὐτούς, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα ἀνωτέρω, παρέδωκαν ἑαυτὰς εἰς τὴν πορνείαν καὶ ἐπῆγαν ὀπίσω ἀπὸ ἄλλην σάρκα καὶ παρεσύρθησαν εἰς παρὰ φύσιν ἀσελγείας, εἶναι ἐνώπιόν μας παράδειγμα ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτιμωρήθησαν μὲ τὴν ποινὴν τῆς φωτιᾶς, ποὺ τοὺς ἔκαυσεν ἀμετακλήτως καὶ γιὰ πάντα. 8 Παρὰ τὰ φοβερὰ ὅμως παραδείγματα ταῦτα ὁμοίως καὶ αὐτοὶ οἰ σημερινοὶ ἀσεβεῖς παραπλανῶνται ἀπὸ τὰς φαντασίας καὶ τὰ ὄνειρα ποὺ βλέπουν καὶ ὅταν δὲν κοιμῶνται, καὶ τὸ μὲν σῶμα τους μολύνουν μὲ τὰς αἰσχράς των πράξεις, τὴν ἐξουσίαν δὲ καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπορρίπτουν, περιυβρίζουν δὲ καὶ τοὺς ἀγγέλους, ποὺ ἔχουν τόσον μεγάλην δόξαν. 

9 Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς δείξω πόσον μὲ τὰς βλασφημίας των αὐτὰς ἁμαρτάνουν οὗτοι – ὁ Μιχαὴλ ὁ ἀρχάγγελος, ὅταν συνδιελέγετο μὲ τὸν διάβολον, ποὺ διεξεδίκει καὶ ἤθελε νὰ πάρῃ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του τὸ νεκρὸν σῶμα τοῦ Μωϋσέως, δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐκφέρῃ καταδικαστικὴν ἀπόφασιν συνοδευομένην μὲ ὑβριστικοὺς καὶ βλασφήμους λόγους κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ εἶπεν εἰς τὸν διάβολον· Ἀπὸ τὸν Θεόν νὰ τὸ εὕρῃς καὶ ὁ Κύριος νὰ σὲ ἐπιτιμήσῃ διὰ τὴν ἀδικίαν αὐτὴν ποὺ ἀποτολμᾷς. 10 Αὐτοὶ ὅμως, ὅσα μὲν δὲν γνωρίζουν, ἤτοι τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ θεῖα, τὰ περιϋβρίζουν καὶ τὰ βλασφημοῦν, ὅσα δὲ μὲ τὰς φυσικάς των αἰσθήσεις καὶ ὀρέξεις γνωρίζουν σὰν τὰ ἄλογα ζῶα, τὰ μεταχειρίζονται καὶ τὰ ἔνεργοῦν διὰ νὰ διαφθείρουν καὶ καταστρέφουν τοὺς ἑαυτούς των.

Ο † Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός για την Κυριακή της Απόκρεω


«ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶἐποιήσατε»
(Ματθ. κε’ 40).
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ’ αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς…».
Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού.
Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους.Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική – παγκόσμια η κρίση, καθολικό – παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι’ αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε… Δεν μπορεί να τ’ αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.
Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν… τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.
Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού.Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. 
Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.
Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του.
Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.
Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;
Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται.Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν.Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν’ αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ’ ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά.
Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας.Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ’ 6· Α’ Ιωαν. δ’ 8· δ’ 16· ε’ 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.
Αδελφοί μου!
Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ’ Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.
Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ’ άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά: «ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ’ 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει…
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΈΡΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

Ψυχοσάββατο 2025: Σήμερα τα κόλλυβα στην Εκκλησία – Τι κάνουμε τα Ψυχοσάββατα


Το πρώτο Ψυχοσάββατο για το 2025, (Ψυχοσάββατο προ των απόκρεω), είναι αύριο 22 Φεβρουαρίου 2025 – Σήμερα πηγαίνουμε τα κόλλυβα και τα ονόματα των κεκοιμημένων στην Εκκλησία – Συνταγή για παραδοσιακά κόλλυβα.
Στον σημερινό εσπερινό πηγαίνουμε τα κόλλυβα και το χαρτάκι ΥΠΕΡ ΑΝΑΠΑΥΣΕΩΣ, όπου αναγράφονται τα ονόματα των κεκοιμημένων για τα οποία γίνεται το μνημόσυνο.
Μέσα στην ιδιαίτερη μέριμνά της για τους κεκοιμημένους, η αγία Ορθόδoξη Εκκλησία μας έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι᾿ αυτούς. Κάθε Σάββατο δηλαδή.
Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου, έτσι και το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε (επι)κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τους οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι᾿ αυτούς.
Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα Ψυχοσάββατα. Το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα: Η επομένη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτού. Για το λόγο αυτό με το μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει την συμπάθεια και την μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει στην Επουράνια Βασιλεία Του.
Τι κάνουμε τα Ψυχοσάββατα και τι δεν κάνουμε
Θα πρέπει, τέλος, να εξηγήσουμε ότι πολλά λάθη από την άγνοια του παρελθόντος έχουν φτάσει ως τις μέρες μας, και θα πρέπει άμεσα να διορθωθούν.
α) Τα μνημόσυνα θα πρέπει να γίνονται ακριβώς την ημέρα που πρέπει και όχι νωρίτερα η αργότερα.
β) Το σπάσιμο γυάλινων αντικειμένων η άλλων τοιούτων, είναι άκρως ειδωλολατρική συνήθεια και αμαρτάνουν όσοι το πράττουν.
γ) Στα μνημόσυνα παραθέτουμε και ευλογούνται μόνο καλώς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ως ενδεικτικά της Αναστάσεως και όχι αλλα υποκατάστατα (κουλουράκια-ψωμάκια-γλυκά κλπ.)
δ) Το πρώτο Σάββατο της Τεσσαρακοστής δεν είναι «Ψυχοσάββατο», αλλά εορτάζουμε το «διά κολλύβων» θαύμα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.
ε) Στα Ψυχοσάββατα μπορούμε να παραθέτουμε κόλλυβα είτε στον Εσπερινό της Παρασκευής, είτε στην Θεία Λειτουργία του Σαββάτου, είτε και στα δύο. Πρόκειται περί της ιδίας αξίας, αφού η ίδια ακολουθία διαβάζεται.
στ) Τα ευλογηθέντα κόλλυβα δεν τα σκορπίζουμε στον τάφο, ούτε τα απορρίπτουμε στα σκουπίδια, πράξεις εκκλησιαστικά απαράδεκτες.
Σε κάθε περίπτωση, υπεύθυνος για την λύση τυχόν αποριών σας, είναι μόνον ο εφημέριος ιερεύς του Ναού.
Ας δούμε τι έλεγε για τα μνημόσυνα ο μακαριστός άγιος Παΐσιος (από τον Δ’ τόμο, Οικογενειακή Ζωή,Λόγοι του π. Παισίου, Εκδόσεις Ησυχαστήριο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή, Θεσσαλονίκη).
Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί (πλην των Αγίων) μπορούν να προσεύχονται;
Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνο ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά για να μετανοήσουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πιά μόνοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από εμάς βοήθεια. Γι’ αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.

Γιατί, τι να τους κάνει ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει και τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνει αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως οι υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μία ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνει η Δευτέρα Παρουσία. 
Και όπως σε αυτή τη ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσοαλαβήσει και να βοηθήσει έναν υπόδικο, έτσι κι αν είναι κανείς φίλος με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήσει στο Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρει τους υπόδικους από την μία φυλακή σε άλλη καλύτερη, από το ένα κρατητήριο σε ένα άλλο καλύτερο. Η ακόμα μπορεί να τους μεταφέρει και σε ένα δωμάτιο η σε διαμέρισμα.
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κλπ που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για τη ψυχή τους.Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν,μέχρι να γίνει η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχει δυνατότητα να βοηθηθούν….
Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν τη δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν τη ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι: Σπείρετε εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία (Α’ Κορινθ, κεφ 15, εδ 42) (δηλαδή συμβολίζει το θάνατο και την ανάσταση του ανθρώπου), λέει η Γραφή…
Εύκολη και γρήγορη συνταγή για παραδοσιακά κόλλυβα
Τι συμβολίζουν τα συστατικά στα παραδοσιακά κόλλυβα:
Το σιτάρι: Συμβολίζει τις ψυχές των πεθαμένων
Η φρυγανιά: Συμβολίζει το ελαφρύ χώμα που σκεπάζει τον πεθαμένο. Κάποιοι χρησιμοποιούν καβουρδισμένο αλεύρι
Η ζάχαρη: Συμβολίζει τη γλυκύτητα του Παραδείσου
Ο μαϊντανός: Τη χλωρότητα του παραδείσου (Εν τόπω χλοερό, εν τόπω αναψύξεως)
Το ρόδι: Συμβολίζει τη λαμπρότητα του παραδείσου
Από εκεί και ύστερα προσθέτουμε διάφορα άλλα υλικά για γεύση και άρωμα. Δικής μας αρεσκείας.
Το σιτάρι θα πρέπει να είναι από μακρόστενο καρπό και όχι αποφλοιωμένο διότι το αποφλοιωμένο λασπώνει, σφίγγει, ξυνίζει και ερεθίζει το στομάχι.
Η συνταγή για τα παραδοσιακά κόλλυβα:
Υλικά
250 γρ. σιτάρι
125 γρ. φρυγανιά τριμμένη
250 γρ. καρύδι χονδρό κοπανισμένο
250 γρ. αμύγδαλο αποφλοιωμένο καβουρδισμένο χοντροκοπανισμένο
125 γρ. σταφίδες ξανθές
100 γρ. σταφίδες μαύρες
λίγο μαϊντανό ψιλοκομμένο
250 γρ. ζάχαρη άχνη
ρόδι μια χούφτα
Για το στόλισμα:
Αμύγδαλο αποφλοιωμένο καβουρδισμένο, σταφίδες ξανθές και μαύρες, ρόδι
Εκτέλεση
Πλένουμε το σιτάρι αποβραδίς και το μουλιάζουμε όλη νύχτα στο νερό. Το πρωί το ξεπλένουμε και το βράζουμε καλά για 40′.
Σβήνουμε τη φωτιά και το αφήνουμε σκεπασμένο για 30′ να απορροφήσει τη θερμοκρασία και να φουσκώσει μόνο του χωρίς να σκάσει.
Το στραγγίσουμε καλά στο σουρωτήρι και φυλάμε σε μπολ το χυλό του. Το απλώνουμε σε πετσέτες και το αφήνουμε να στεγνώσει και όχι να ξεραθεί. Ξεπλένουμε τις σταφίδες και τις βάζουμε σε ζεστό νερό για 3 λεπτά ώστε να μαλακώσουν. Τις σουρώνουμε και τις στεγνώνουμε σε πετσέτα.
Σε μια λεκάνη βάζουμε το σιτάρι, τον ψιλοκομμένο μαϊντανό, το ρόδι,, το καρύδι, το αμύγδαλο και τις σταφίδες και ανακατεύουμε.
Αδειάζουμε το όλον σε ένα δίσκο ή πιατέλα και τα στρώνουμε έτσι ώστε να σχηματίσουν λόφο, βουναλάκι. Καλύπτουμε από πάνω με τη φρυγανιά και με μια λαδόκολλα το πατάμε να γίνει λείο.
Απλώνουμε από πάνω τη ζάχαρη και ξαναπατάμε ελαφρώς με τη λαδόκολλα για να γίνει λείο.
Στολίζουμε με αμύγδαλο αποφλοιωμένο καβουρδισμένο, σταφίδες ξανθές και μαύρες, ρόδι, φτιάχνοντας τον Τίμιο Σταυρό στη μέση.

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΞΕΝΙΑΣ

Αλμυρός Βόλου, Νομός Μαγνησίας

Η Ιερά Μονή Παναγίας Κάτω Ξενιάς βρίσκεται σε απόσταση 16 χιλιομέτρων από την πόλη του Αλμυρου και είναι κτισμένη σε ένα μικρό οροπέδιο με πλούσια βλάστηση και άφθονα νερά.

Πανηγυρίζει στην απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου την 23η Αυγούστου κατά την οποία συρρέουν πλήθη πιστών για να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγιας.

Η Παναγία «Ξενιά» ειναι ενας αστειρευτος ωκεανός θείου ελέους και μητρικής στοργης και φροντιδας.Η εικόνα έχει αυστηρά βυζαντινή τεχνοτροπία και η Παναγία εικονίζεται με μεγάλα εκφραστικά μαύρα μάτια, γι’ αυτό και κάποιοι την επικαλούνται Παναγία η Μαυρομάτα.

Είναι φτιαγμένη από κερί και μαστίχα και σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση, είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.

Σ’ Αυτήν, την ‘’Μεγαλομάτα’’ Μητέρα του Θεού καθημερινα εκατονταδες προσκυνητες εναποθετουν τη ζωή τους τις ελπίδες τους και τις προσευχές τους.

Εκείνη πάντοτε ομιλεί στις ψυχές μ’ έναν ιδιαίτερο και θαυμαστό τρόπο. Από αυτά τα πάναγνα και μεγάλα μάτια της Παναγίας αντλούν για τη ζωή οι πιστοί δύναμη, αντοχές, έμπνευση, κουράγιο και ελπίδα.

ΠΩΣ ΒΡΕΘΗΚΕ Η ΕΙΚΟΝΑ

Σύμφωνα με την παράδοση, η Εικόνα της Παναγίας Ξενιάς έχει διασωθεί από την εποχή της Εικονομαχίας και πιθανώς τότε να βρισκόταν στα παράλια της Μικράς Ασίας.

Οι ευσεβείς χριστιανοί, προκειμένου να την διασώσουν από την καταστροφική μανία των Εικονομάχων, αναγκάστηκαν να την τοποθετήσουν σε ένα κιβώτιο και να την ρίξουν στη θάλασσα πιστεύοντας πως με αυτόν τον τρόπο αυτή θα διασωθεί.

Πράγματι έτσι συνέβη και ήταν θέλημά της να έρθει σε ένα παραθαλάσσιο χωριό, το οποίο σήμερα ονομάζεται Αχίλλειον και οι κάτοικοι της γύρω περιοχής, πιθανώς την ονόμασαν Παναγία Ξενιά, επειδή ήρθε από κάποια ξένη και άγνωστη περιοχή.

Επισης στην αρχαιοελληνική και στην βυζαντινή γλώσσα λέγεται «ξενία» η φιλοξενια δηλαδή της Παναγιάς, που φιλόστοργα δέχεται τον κάθε πιστό όταν ικέτης θα προσέλθει να ζητήσει την Χάρη της και την Προστασία της.

Εκεί έχτισαν προς τιμή της ένα μικρό μοναστήρι, το οποίο λίγο αργότερα ήρθαν οι πειρατές και αφού το κατέστρεψαν, του έβαλαν φωτιά.

Οι μοναχοί που ήταν εκεί, με κίνδυνο της ζωής τους μπόρεσαν να διασώσουν την εικόνα και όπως διαβάζουμε σε ένα χειρόγραφο, την μετέφεραν εδώ γύρω, σε ένα μοναστήρι που ονομαζόταν Παναγία Κισσιώτισα λόγω της εύρεσης μιας θαυματουργής εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που βρεθηκε ανάμεσα στους κισσους.

Είναι η σημερινή Άνω Μονή Ξενιάς που ειναι ανδρικη και απέχει από εδώ περίπου δεκατρία χιλιόμετρα και βρίσκεται δυτικά του μοναστηριού της Κάτω Ξενιάς επάνω στις πλαγιές της Όθρυος.

Εκεί τοποθέτησαν στον ναό την εικόνα για να την διαφυλάξουν, όπου παρέμεινε για πολλούς αιώνες έως την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Έτσι με την πάροδο του χρόνου λησμονήθηκε η αρχική ονομασία του μοναστηριού ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΙΣΙΩΤΙΣΣΑ και επικράτησε να ονομάζεται Παναγία Ξενιά από την εικόνα που φιλοξενείτο εκεί.

Την εποχή, όμως της Τουρκοκρατίας, επειδή οι μοναχοί εκεί αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες από τους Τούρκους εφυγαν απο εκει και ανακαίνισαν το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, το οποίο ήταν μετόχι της Άνω Μονής, χτισμένο γύρω στο 1300.

Έτσι περίπου το 1750 εγκαταστάθηκαν εδώ φέρνοντας μαζί τους και την εικόνα της Παναγίας Ξενιάς.

Με την πάροδο του χρόνου, τα δύο μοναστήρια έγιναν ανεξάρτητα, η γυναικεία Κατω Ξενιας και η Ανω Ξενιάς ανδρική.

Στις 9 Ιουλίου 1980 σφοδρότατος σεισμός μετέβαλε σχεδόν ολόκληρη την επαρχία Αλμυρού σε άμορφη μάζα ερειπίων.

Το μοναστήρι της Κάτω Ξενιάς επλήγη και αυτό ανυπολόγιστα. Μόνο οι εξωτερικοί τοίχοι έμειναν σε μεγάλο ποσοστό όρθιοι για να θυμίζουν το παλαιό κάλλος της Μονής. Οι μοναχές σώθηκαν την τελευταία στιγμή από θαυματουργή επέμβαση της Παναγίας.
Ο σεισμός κατέστησε το μοναστήρι ακατοίκητο.

Το 1985 θεμελιώθηκε το νέο μοναστήρι της Παναγίας, που έχει οικοδομηθεί εκ βάθρων σε παρακείμενο της παλαιάς Μονής χώρο σε δασώδη λόφο. Το 1990 έγιναν τα θυρανοίξια της νέας Ιεράς Μονής και το 2001 τα εγκαίνια του Ιερού Ναού.

Αξίζει κανείς σήμερα να κάνει μια στάση στα δυο Μοναστήρια για να προσευχηθεί και να θαυμάσει τον παλιό διάκοσμο, τις Αγιογραφίες, την αρχιτεκτονική τους και να προσκυνήσει τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Ξενιάς.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΞΕΝΙΑΣ

Η Παναγία κατά καιρούς διαφυλάξε και έσωσε με θεομηνίες και επιδημίες την θαυματουργή εικόνα Της .

Άλλο ένα θαυματουργό περιστατικό συνέβη, όταν το το 1867 οι μοναχοί εγκατέλειψαν οριστικά την Άνω Μονή και εγκαταστάθηκαν στην Κάτω, παίρνοντας μαζί τους και την Αγία Εικόνα.

Όμως το πρώτο πρωινό διαπίστωσαν ότι αυτή έλειπε από την περίοπτη θέση, στην οποία την είχαν τοποθετήσει. Όλα τα ψαξίματά τους πήγαν χαμένα. Την επομένη ειδοποιήθηκαν από τον φύλακα της Άνω Μονής, ότι η Εικόνα βρισκόταν εκεί.

Οι μοναχοί πήγαν στην Άνω Μονή και συνόδεψαν τιμητικά την Εικόνα στην Κάτω, την τοποθέτησαν στο ναό, τον οποίο ασφάλισαν με εξαιρετική φροντίδα, όμως και πάλι η Εικόνα είχε γυρίσει τη θέση της στο Άνω Μοναστήρι.

Ύστερα από υπόδειξη της Παναγίας στον Ηγούμενο, τελέστηκε ολόθερμη παράκληση μπροστά στην Εικόνα και μεταφέρθηκε και ο θρόνος της στην Κάτω Μονή, όπου παρέμεινε αμετακίνητη.

Αλλά και στην περίπτωση της Βόρειας Εύβοιας, οι κάτοικοι διηγούνται ότι πολύ παλιά -ίσως γύρω στα 1890- ο τόπος τους κόντεψε να καταστραφεί από τα κοπάδια της ακρίδας που είχαν ενσκήψει σε αυτόν.

Με μεγάλη πίστη μετέφεραν την Αγία Εικόνα, τέλεσαν Θεία Λειτουργία και παράκληση και την άλλη ημέρα όλη η ακρίδα βρέθηκε ψόφια στα χωράφια και στις ακτές.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο έσωσε η Εικόνα της Παναγίας Ξενιάς τον ίδιο τόπο από την ξηρασία το 1977.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΞΕΝΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΑΚΩΒΟ ΤΟΝ ΤΣΑΛΙΚΗ

Ο Αγιος Ιακωβος ο Τσαλικης ειχε μια μεγαλη πνευματικη σχεση με την Παναγια .Εκεί προσέτρεχε για οποιοδήποτε θέμα και πάντα έπαιρνε το ζητούμενο, αφού γνώριζε καλά ότι «ουδείς προστρέχων επί Σοί κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται Αγνή Παρθένε Θεοτόκε».

Καποτε σε ηλικία 15 ετών, έπαθε τέτοια σοβαρή δερματοπάθεια στα πέλματα των ποδιών του, που ανοίξανε μεγάλες πληγές, βαθιές σχισμές και τρέχανε υγρά. Πονούσε πολύ και δυσκολευόταν να περπατήσει.

Εκείνες τις ημέρες φέρανε για ευλογία στην περιοχή την εικόνα της Παναγίας της Ξενιάς από τον Αλμυρό Βόλου και θα την πήγαιναν στο διπλανό χωριό, Δάφνη. Θέλησε και ο Ιάκωβος να πάει, με άλλους συγχωριανούς του.

Η μητέρα του λόγω της κατάστασής του με δισταγμό του το επέτρεψε, μετά και την παρέμβαση του παπα-Θεοδόση: «Άφησε, Θεοδώρα, το παιδί να πάει, αφού το θέλει τόσο!».

Η πορεία των δύο ωρών με τα πόδια ήταν μαρτυρική. Διηγείτο ο Όσιος:

«Παναγία μου, σε παρακαλώ κάνε με καλά, για να μπορώ να περπατάω, όπως και τα άλλα παιδιά, Της έλεγα κλαίγοντας στο δρόμο. Κι όλο χάιδευα την αγία Εικόνα Της κι έτριβα τις πληγιασμένες μου πατούσες.

Έτσι φτάσαμε στο χωριό, όπου πρόχειρα τοποθέτησαν την εικόνα της Παναγίας πάνω σε μία καρέκλα στην εκκλησία και ο κόσμος προσκυνούσε με πολλή ευλάβεια. Οι χωριανοί μου, αφού προσκύνησαν, ξεκίνησαν για την επιστροφή, γιατί η νύχτα πλησίαζε. Εγώ παρέμεινα για λίγο στην μέσα στην εκκλησία μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και αφού είδα ότι δεν ήταν κανένας άλλος γύρω μου, Της είπα ικετευτικά:

– Παναγία μου, τώρα που είμαστε μόνοι μας, κάνε με καλά, κάνε καλά τα πόδια μου και εγώ δε θα φανώ αχάριστος, αλλά θα δουλέψω, όταν μεγαλώσω και μόλις μπορέσω θ’ ανταποδώσω στη χάρη Σου.

Συγχρόνως έκλαιγα και χάιδευα την αγία Εικόνα και μετά τα πρησμένα μου πόδια. Αφού Την παρακάλεσα πολλές φορές, μόλις βγήκα από την εκκλησία, διαπίστωσα ότι τα πόδια μου δε με πονούσαν πια. Βάδιζα ελεύθερα».

Μέχρι την κοίμησή του ο Γέροντας είχε άσπρες ουλές σαν γραμμές στα πέλματά του, σημάδια του θαύματος της Παναγίας μας.

Μετά από πολλά χρόνια, όταν ο Γέροντας εγκαταβίωνε πλέον ως Ιερομόναχος στην Ι.Μ. του Οσίου Δαυίδ, θυμόταν με ευγνωμοσύνη τη θεραπεία του αυτή από την Παναγία και έλεγε:

«Κάποια φορά, ενώ πολύ υπέφερα από ζάλες και ιλίγγους με ειδοποίησαν ότι η εικόνα της Παναγίας Ξενιάς του Αλμυρού ήρθε στη Λίμνη της Ευβοίας.

Παρ’ όλο που είμαι άρρωστος, έχω υποχρέωση στην Παναγία, σκέφτηκα, γιατί μου είχε θεραπεύσει τα πόδια μου, όταν ήμουνα παιδί, και θα κατέβω να προσκυνήσω από ευγνωμοσύνη.

Κατέβηκα στη Λίμνη και αφού προσκύνησα, έγινε η λιτανεία με τη θαυματουργή Εικόνα. Τότε με προέτρεψαν οι άλλοι Ιερείς να συμμετάσχω και μάλιστα να προπορευθώ ως Ιερομόναχος. Εγώ δεν θέλω τιμές για το πρόσωπό μου, αλλά τι να κάνω, έκανα υπακοή και άρχισε η λιτανεία.

Σε μία στάση που κάναμε, για να γίνει δέηση, ήλθε η σειρά μου να πω το«επάκουσον ημών ο Θεός, η ελπίς πάντων των περάτων της γης κ.λ.π.».

Τότε βλέπω στην εικόνα ζωντανή την Παναγία μας, η οποία γύρισε το κεφάλι Της και σήκωσε το χέρι Της και με κοίταξε με τα μεγάλα μάτια Της και σήκωσε το χέρι Της και μ’ ευλόγησε.

Εγώ έχασα τη φωνή μου, κόπηκαν τα πόδια μου και με δυσκολία επαναλάμβανα συνεχώς «επάκουσον ημών ο Θεός, «επάκουσον ημών ο Θεός…». όλο το ίδιο. Ο Θεός γνωρίζει πως τελείωσα τη δέηση και συνέχισα την πομπή.

Η Παναγία, παιδί μου, είναι ζωντανή πάνω στην αγία εικόνα Της, το είδα με τα μάτια μου».

Στο εσωτερικό του μοναστηριού φυλάσσονται αρκετά ιερά κειμήλια, ανάμεσα σε αυτά και τεμάχιο της Αγίας Ζώνης της Παναγίας, που δωρήθηκε στο μοναστήρι της Κάτω Ξενιάς από την Ιερά Μονή Βατοπεδίου το 1522.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ΄.

Εἰκών Σου ἡ Πάνσεπτος, ἥν Παναγία Ξενιά, καλοῦμεν Πανύμνητε, τῶν εὐσεβῶν τάς ψυχάς ξενίζει τοῖς θαύμασι. Χάριν γάρ ἀναβλύζει καί ἰάματα πλεῖστα πᾶσι τοῖς προσιοῦσι καί πιστῶς ἐκβοῶσι. Χαῖρε κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετά Σοῦ.

Η Μονή Παναγίας Δοβρά θέτει προς προσκύνηση Ιερά Λείψανα δύο συγχρόνων Αγίων της Εκκλησίας μας


Την Τρίτη 25 Φεβρουαρίου στις 6:00 μ.μ. στον Ιερό Ναό του Αγίου Λουκά του Ιατρού στην Ιερά Μονή Παναγίας Δοβρά Βεροίας θα τελεστεί, όπως κάθε Τρίτη, ο Αρχιερατικός Εσπερινός και η Παράκληση του Αγίου Λουκά του Ιατρού χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονος.
Με την ευκαιρία της επικείμενης εορτής του Οσίου Εφραίμ του Κατουνακιώτου θα τεθεί σε προσκύνηση τεμάχιο του Ιερού Λειψάνου του συγχρόνου Αγίου της Εκκλησίας μας, ενώ παράλληλα θα τεθεί σε προσκύνηση και το χαριτόβρυτο Ιερό Λείψανο του Αγίου Λουκά του Ιατρού και Θαυματουργού που θησαυρίζεται στην Ιερά Μονή.

Ο Άγιος Παΐσιος, το Σινά και η αναπάντεχη συνάντηση


Αντιγράφουμε, αποσπάσματα, από ένα καταπληκτικό κείμενο του Αρχιεπισκόπου Σινά, Φαράν και Ραϊθώ κ.κ.Δαμιανού, για την πρώτη συνάντηση του με τον πατέρα Παΐσιο (νυν Άγιο Παΐσιο), σε ένα ταξίδι του από το Σινά στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1962, όταν ήταν νεοχειροτονημένος διάκονος και σε νεαρά ηλικία. Μετά από παρότρυνση του νεαρού (τότε) αποφοίτου της Θεολογικής σχολής Παναγιώτη Νέλλα, με τον οποίο συνδεόταν με στενή πνευματική φιλία, αποφάσισαν να επισκεφτούν τον πατέρα Παΐσιο, που τότε εγκαταβιούσε στο Μοναστήρι του Στομίου στην Κόνιτσα. Ξεκίνησαν από την Αθήνα, έφτασαν στην Κόνιτσα νωρίς και κατά τις 11 το πρωΐ της ίδιας μέρας της αφίξεως τους αποφάσισαν οδοιπορώντας να φτάσουν στην Μονή Στομίου, παρά το ότι η κοιλάδα που έπρεπε να περάσουν ήταν επικίνδυνη, γιατί υπήρχαν αρκούδες και άλλα άγρια ζώα και έπρεπε νωρίς να επιστρέψουν, για να μην τους πιάσει το βράδυ. Στην συνέχεια ομιλεί μέσα από τα χειρόγραφα του ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Σιναίου:
«Ξεκινήσαμε κουβεντιάζοντας χαλαρά και εγώ άκουγα περισσότερο, παρά μιλούσα…
Ξαφνικά, σ’ένα μικρό ξέφωτο, φάνηκε ένα ταπεινό στην μεγαλοπρέπειά του καστρομονάστηρο, που στην πετρόχτιστη από ντόπια πέτρα είσοδό του διακρίναμε μιά λεπτή σιλουέτα μοναχού, μέτριου αναστήματος. Βάδιζε πέρα-δώθε, αδύνατος, ανάλαφρος, σαν να πατούσε στον αέρα, λίγο σκυμμένος, εμπρός στην πύλη, σφραγίζοντας το στήθος του με το σημείο του Σταυρού. Σταθήκαμε για λίγο. Γύρισα και, με κάποια απορία, κοίταξα τον Παναγιώτη.
«Αυτός είναι μάλλον, και λέει την ευχή», μου απαντά διαβάζοντας την απορία μου, «το Κύριε, Ιησού, Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, τον αμαρτωλό».
«Μάλλον», του απαντώ κι εγώ.
Διασχίσαμε τη μικρή κυκλική απόσταση μέχρι την πόρτα και τον χαιρετήσαμε.
«Ευλόγησον, πάτερ».
Ο συνοδοιπόρος μου του φίλησε το χέρι και έσκυψα να κάνω το ίδιο κι εγώ.
«Όχι, πάτερ, είστε κληρικός», είπε, και προσπάθησε να φιλήσει το δικό μου χέρι, το οποίο τράβηξα πίσω. Και συνέχισε:
«Καλώς τα παιδιά, από πού έρχεσθε; Πώς με βρήκατε; Καλώς ήρθατε, πάτερ» (απευθυνόμενος σ’εμένα).
«Είστε, μάλλον, ο π. Παΐσιος;», λέει λίγο μπερδεμένα ο Παναγιώτης.
«Ναι, είμαι ο άθλιος Παΐσιος. Για μένα κάνατε τον κόπο; Περάστε, καθίστε».
Μας έστρωσε μιά φλοκάτη κουβέρτα, στρογγυλοκαθίσαμε και νοιώσαμε την θαλπωρή της μάλλινης, ζεστής κουβέρτας. Ο καιρός ήταν κρύος, παρά τον ήλιο. Με απλότητα απευθύνθηκε προς εμέ:
«Από ποια Μητρόπολη είσαι πάτερ;»
«Όχι από την Ελλάδα», είπα, «θα σας εξηγήσω».
«Καλά, να δούμε τώρα και τον προβληματισμένο Θεολόγο μας!» (Εδώ, εγώ νόμιζα ότι εγνώριζε τον Παναγιώτη από παλαιά, αλλά στην συνέχεια κατάλαβα ότι τον έβλεπε για πρώτη φορά).
«Ναι, Γέροντα», ψέλλισε ο φίλος μου. «Πρόσφατα πήρα το πτυχίο μου και προβληματίζομαι τι θα κάνω στο μέλλον».
Εδώ, αστειευόμενος, του λέει: «Ευλογημένε, υπάρχουν τόσα γραφεία εργασίας στην Αθήνα και εσύ ήρθες εδώ; Πού με ξέρεις;»
Και συνέχισε: «Καλά, θα τα πούμε. Τώρα, τι θα πάρετε; Είστε κουρασμένοι. Εσύ, διάκο-Δαμιανέ, τι προτιμάς τσάϊ ή καφέ;»
«Καφέ», του απαντώ απορημένος. Πώς ανέφερε το όνομα και την ιδιότητά μου χωρίς ν’ακούσει κάτι για εμένα;
«Το ίδιο και για μένα», πρόλαβε ο Παναγιώτης.
Και τότε, αστειευόμενος, φώναξε ο Γερο-Παΐσιος:
«Γκαρσόν, δύο καφέδες γλυκείς» και χαμογέλασε.
«Άχ! Βρε γκαρσόν, αργείς, παλικάρι μου…», είπε σε λίγο. Και, αφού σηκώθηκε, μας λέει γελώντας: «Περιμένετε λίγα λεπτά να βάλω το μπρίκι στην πρίζα» και βγήκε έξω, κοντά στην πόρτα.
Στην απόλυτη ησυχία και κοντά στην ανοικτή πόρτα, ακούσαμε ένα τσάκ, όπως κάνει το τσακμάκι, ο αναπτήρας, και νοιώσαμε τη μυρωδιά των κλαδιών που άναψε έξω από την πόρτα. Καταλάβαμε τότε τι εννοούσε όταν έλεγε «να βάλω το μπρίκι στην πρίζα». Ξαναμπήκε μετά μέσα για λίγο και κάτι άρχισε να ετοιμάζει σ’ένα δίσκο, μουρμουρίζοντας.
«Πιστεύω να μην έχετε σάκχαρο», μας είπε, «και, ασφαλώς, τρώτε το καλογερικό γλυκό, τα λουκούμια-μπουκιές».
Από το σταμνί έβγαλε δροσερό νερό σε δύο μεταλλικά κύπελλα και ετοίμασε τον δίσκο βάζοντας και δύο άδειες κούπες. Τ’ακούμπησε σ’ένα σκαμνί, ξαναβγήκε έξω, έφερε το μπρίκι με τον μόλις φουσκωμένο καφέ, έβαλε από λίγο καϊμάκι στα δύο φλιτζάνια και μετά μοίρασε τον καφέ συμπληρώνοντας τα, στο ίδιο ύψος. Μας κοίταξε υπομειδιώντας και μας είπε: «Δικαιοσύνη, ε; Τα κατάφερα!»
Ρουφώντας αργά-αργά τον καυτό καφέ, απευθύνθηκε σε εμένα λέγοντας: «Λοιπόν, τι λέει το Σινά, π.Δαμιανέ;»
«Πώς ξέρετε, πάτερ, για μένα ή για το Σινά;» Ο Γέροντας σταμάτησε για λίγο, σαν να συγκεντρώθηκε στην απάντηση. Εκμεταλλεύθηκε την στιγμιαία σιωπή του ο Παναγιώτης που καθόταν αριστερά μου και, σκουντώντας με ελαφρώς με τον αγκώνα του στο πλευρό, ψιθύρισε: «Πες του νάρθει, ευκαιρία είναι!» Εγώ, αφοσιωμένος στην αναμενόμενη απάντηση του Γέροντα, άκουσα να μου λέει χαμηλόφωνα: « Ποιός δεν ξέρει, ευλογημένε, το Όρος Σινά, το Θεοβάδιστο;»
«Και για μένα πώς ξέρεις;»
«Ε, έχω κι εγώ τις μυστικές μου πληροφορίες! Ασυρματιστής δεν ήμουν στον Στρατό; Γνώριζα να λαμβάνω τα αόρατα μηνύματα. Ας είναι καλά οι ιεραποστολικές σου ιδέες για την Αφρική που σ’έφεραν στο Σινά. Ήταν καλή ευκαιρία για σένα. Καλά τα προνόησε ο Προφήτης Μωυσής», είπε απευθυνόμενος προς εμέ χαμηλόφωνα.
Και πρόσθεσε:
«Σκύψε, λοιπόν, στην μεγάλη αυτή του Τριαδικού Θεού Επιφάνεια στο Όρος Σινά και στην Θεία Αγάπη, και θα σου δοθεί η φώτιση να αποφασίσεις πώς τελικά θα πορευθείς. Αυτό λέγω σ’εσένα και στον καλό φίλο: Το πρώτο, ν’αγαπήσουμε τον Θεό, να τον ερωτευτούμε στο Πρόσωπο του Σαρκωθέντος Λόγου, του Χριστού μας, και όταν έτσι Τον αγαπήσουμε, θα γίνει ό,τι θέλει Εκείνος. Αυτά, αγαπητέ π.Δαμιανέ. Προσευχήσου για νάρθει η Χάρη, ο άνωθεν φωτισμός, και κάνε και για μένα κομποσχοίνι να βρω ησυχία».
Μετά πήραμε το λουκουμάκι και το νερό, που αφοσιωμένοι με την συζήτηση τα αφήσαμε περιφρονημένα έως εκείνη την στιγμή.
Η κουβέντα συνεχίσθηκε με το Παν. Νέλλα. Συζήτησαν για την κοσμογονία από το βιβλίο της Γενέσεως, καθώς και την πτώση των Πρωτοπλάστων.
Σε κάποια στιγμή, άρπαξα την ευκαιρία να υπακούσω στον λόγο του Παναγιώτη και να μιλήσω για το επίμαχο θέμα για το οποίο επέμενε, δηλαδή να μας έρθει στο Σινά. Απορώντας για την ακτινογραφία που μου έκανε και δειλά ευχαριστώντας για τις συμβουλές του, τόλμησα να ψελλίσω:
«Γέροντα, δεν μας έρχεσθε στο Σινά; Πολύ θα ωφεληθούμε όλοι μας, και οι τωρινοί λίγοι μοναχοί και οι ερχόμενοι όπως ο Παναγιώτης και τρεις-τέσσερις ακόμη. Σας παρακαλώ, μη μας το αρνηθείτε!»
Με κοίταξε βαθιά και σαν ν’αναστέναξε, χωρίς να δώσει καμία απάντηση.
Η κουβέντα τελείωνε. Σηκώθηκε ο Γέροντας σηκωθήκαμε κι εμείς και, καθώς αποχαιρετούσαμε τον Γέροντα, «Μιά στιγμή», λέει, και χάνεται στο άλλο δωμάτιο. Επανήλθε κρατώντας ένα λευκό χαρτί, διπλωμένο (φάκελος μου φάνηκε) και μου πρότεινε να το πάρω.
«Όχι, Γέροντα, αδύνατο! Τι λέτε;»
Επέμενε πάλι κι εγώ, επίσης, το ίδιο. Νόμιζα, άλλωστε, ότι ήταν χρήματα. Ύστερα από μικρή διαμάχη, μου λέει αφοπλιστικά: «Καλά, ευλογημένε, εσύ δεν μου είπες;» Σταμάτησα λίγο σκεπτικός μήπως έκανα καμιά γκάφα στην συνομιλία μας και νόμισε ότι είχαμε ανάγκη από χρήματα. Ο Γέροντας κατάλαβε την σκέψη μου.
«Όχι, π.Δαμιανέ, μη σκέπτεσαι έτσι. Εσύ μου ζήτησες κάτι και με παρακάλεσες να έρθω στο Σινά. Και τι σημαίνει αυτό; Πώς θα έρθω χωρίς διαβατήριο; Αυτό εδώ είναι η ταυτότητα μου. Πώς θα βγάλω διαβατήριο χωρίς ταυτότητα; ‘Η μήπως θαρρείς πως μπορώ να πετάξω μέχρι την Αγία Αικατερίνη; Παρακαλώ λοιπόν, να βγάλετε το διαβατήριό μου» (τότε ήταν εύκολες οι διαδικασίες). «Θα το αφήσετε στον εκπρόσωπο της Μονής στην Αθήνα και από εκεί και έπειτα θα αναλάβω εγώ το ταξίδι  μου στο Σινά, αργότερα. Ποιός πατέρας είναι εκπρόσωπός σας;»
«Δεν είναι μοναχός», απαντώ, «αλλά λαϊκός, ο κ.Παύλος Αθανασάκης, ο εργολάβος που κατασκευάζει την πολυκατοικία της Μονής, στην οδό Δορυλαίου 26. Αυτός τώρα μένει στο γραφείο του, στην οδό…». Έδωσα και το τηλέφωνό του.
Εγώ δάκρυσα από την χαρά μου για την συγκατάβασή του. Μου ήρθε εκείνη την στιγμή να τον αγκαλιάσω και να τον φιλήσω, αλλά δεν το έκανα, και στενοχωρήθηκα και βαθιά μετάνιωσα για τις αρχικές μου αμφιβολίες.
Ο φίλος μου είχε ανοίξει διάπλατα τα μάτια του και έκανε δειλά το σημείο του Σταυρού!
«Την ευχή σας π. Παΐσιε!». Και προσπαθήσαμε να του φιλήσουμε το χέρι. Στάθηκε αδύνατον.
«Την δική σας ευχή», είπε σε μένα.
«Να προσέχετε στον δρόμο. Κάντε γρήγορα, μη νυχτωθείτε!»
Ξαναχαιρετηθήκαμε και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Στην αρχή αμίλητοι, κατάπληκτοι για όσα είχαμε ακούσει και δει…»    

Μετά από αυτά, εμείς απλά και μόνο υποκλινόμαστε στην ιερή Προσωπικότητα του χαρισματούχου συγχρόνου μεγάλου Γέροντος, του Αγίου  Παϊσίου του Αγιορείτου, και ευχαριστούμε τον Σεβασμιώτατο Αρχιεπίσκοπο Συναίου κ.κ. Δαμιανό, για το συγκλονιστικό αυτό κείμενο, που από καρδιάς μας άφησε, ζητώντας την Αρχιερατική ευλογία Του!!
Πηγή: Από τα «Σιναϊτικά Δίπτυχα» του 2019