«Ο λόγος που καθιέρωσε η Εκκλησία τα ψυχοσάββατα» Ο μακαριστός π.Παΐσιος έλεγε για τα μνημόσυνα.
Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής, λέγεται «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο. Είναι το δεύτερο από τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το πρώτο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκριας). Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής:
Επειδή πολλοί κατά καιρούς πέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω φτώχειας, δεν μπόρεσαν να έχουν τα καθιερωμένα μνημόσυνα, οι Πατέρες της Εκκλησίας μας θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό και έχουν καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι’ αυτούς.
Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τους οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό.Την ημέρα αυτή φτιάχνουμε κόλλυβα και φέρνουμε πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, που αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται.
Ο λόγος που καθιέρωσε η Εκκλησία τα ψυχοσάββατα.
Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα: Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους κεκοιμημένους αδελφούς μας, και όλους μαζί να μας κατατάξει στη Βασιλεία Του.
Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησιά μας μνημονεύει:
Όλους εκείνους που πέθαναν σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα.
Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες.
Όσους κάηκαν ή χάθηκαν.
Εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι και δεν φρόντισε κανείς να τούς τιμήσει με τις ανάλογες Ακόλουθες και τα Μνημόσυνα.
Με αυτήν την πίστη αναθέτουμε στην αγάπη και στην αγαθότητα του Θεού «εαυτούς και αλλήλους», τους ζωντανούς αλλά και τους κεκοιμημένους μας και τα μνημόσυνα θεωρούνται ΥΨΙΣΤΗ ΜΟΡΦΗ ΑΓΑΠΗΣ προς τους αδελφούς που δεν είναι πια μαζί μας.
Το Ψυχοσάββατο είναι μια από τις σημαντικότερες ημέρες μνήμης των κεκοιμημένων στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Το Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025, η Εκκλησία μας τιμά το πρώτο από τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα του έτους, προσευχόμενη για την ανάπαυση των ψυχών των κεκοιμημένων αδελφών μας.
Ένα βασικό στοιχείο της ημέρας είναι η παρασκευή και η προσφορά των κόλλυβων, τα οποία είναι σύμβολο της Ανάστασης και της αιώνιας ζωής. Αν θέλετε να ετοιμάσετε κόλλυβα εύκολα και γρήγορα, ακολουθήστε αυτή την απλή συνταγή.
Γρήγορη και Εύκολη Συνταγή για Κόλλυβα
Υλικά
1 φλιτζάνι στάρι (βρασμένο)
½ φλιτζάνι καρύδια ψιλοκομμένα
½ φλιτζάνι σταφίδες
½ φλιτζάνι ζάχαρη άχνη
1 κουταλάκι κανέλα
½ φλιτζάνι ρόδι
½ φλιτζάνι αμύγδαλα ψιλοκομμένα
½ φλιτζάνι σουσάμι καβουρδισμένο
Άχνη ζάχαρη και κανέλα για πασπάλισμα
Εκτέλεση
Βράζουμε το στάρι: Τοποθετούμε το στάρι σε μια κατσαρόλα με νερό και το αφήνουμε να βράσει για περίπου 40-50 λεπτά, μέχρι να μαλακώσει. Στραγγίζουμε και αφήνουμε να στεγνώσει καλά.
Ανακατεύουμε τα υλικά: Σε ένα μπολ, προσθέτουμε το βρασμένο στάρι, τα καρύδια, τις σταφίδες, τη ζάχαρη άχνη, την κανέλα, το ρόδι, τα αμύγδαλα και το σουσάμι. Ανακατεύουμε καλά.
Στήσιμο των κόλλυβων: Απλώνουμε το μείγμα σε ένα πιάτο και το πιέζουμε ελαφρώς. Καλύπτουμε την επιφάνεια με άχνη ζάχαρη και πασπαλίζουμε με λίγη κανέλα.
Διακόσμηση: Μπορούμε να σχηματίσουμε έναν σταυρό με κανέλα ή ρόδι στο κέντρο.
Η Σημασία των Κόλλυβων και του Ψυχοσάββατου
Τα κόλλυβα συμβολίζουν την Ανάσταση των νεκρών, όπως αναφέρει ο Απόστολος Παύλος: «Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία» (Α’ Κορινθίους 15:42). Το σιτάρι, που φυτεύεται στη γη και ανασταίνεται σε νέο φυτό, είναι το σύμβολο της μετάβασης από τον θάνατο στη ζωή.
Την ημέρα του Ψυχοσάββατου, οι πιστοί μεταφέρουν κόλλυβα στην Εκκλησία και μνημονεύουν τα ονόματα των κεκοιμημένων συγγενών και φίλων, ζητώντας από τον Θεό να αναπαύσει τις ψυχές τους.
Συμπέρασμα
Το Ψυχοσάββατο στις 22 Φεβρουαρίου 2025 είναι μια μέρα βαθιάς προσευχής και μνήμης. Η παρασκευή των κόλλυβων δεν είναι μόνο μια παράδοση, αλλά και μια πράξη αγάπης προς τους αγαπημένους μας που έχουν φύγει από τη ζωή. Με αυτή τη γρήγορη και εύκολη συνταγή, μπορείτε να τιμήσετε τη μνήμη τους, ενώνοντας την προσευχή σας με την πίστη της Εκκλησίας μας.
Είναι γνωστό ότι για την Εκκλησία μας, μολονότι το κάθε Σάββατο το έχει αφιερωμένο στους αγίους μάρτυρες και στους κεκοιμημένους πιστούς της, δύο είναι τα ψυχοσάββατα: αυτό της παραμονής της Κυριακής των Απόκρεω και αυτό της παραμονής της αγίας Πεντηκοστής.
Γι’ αυτό και κατά τις δύο αυτές ημέρες ακούμε το συναξάρι να σημειώνει: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν» (Την ίδια ημέρα, οι θειότατοι Πατέρες θέσπισαν να θυμόμαστε όλους τους απαρχής ευσεβώς κεκοιμημένους, αυτούς δηλαδή που έφυγαν από τον κόσμο αυτόν με την ελπίδα της αναστάσεως της αιώνιας ζωής).
Οι κεκοιμημένοι συνιστούν οργανικό κομμάτι της Εκκλησίας
Για την Εκκλησία οι κεκοιμημένοι δεν αποτελούν τμήμα του κόσμου που «τελείωσε και έφυγε» – ό,τι πιστεύουν πολλοί που την ύπαρξή τους την έχουν περικλείσει στα ασφυκτικά πλαίσια του κόσμου τούτου, γιατί έχουν διαγράψει τον Θεό και τον Χριστό από τη ζωή τους. Οι κεκοιμημένοι συνιστούν οργανικό κομμάτι της Εκκλησίας. Όπως οι πιστοί ζούμε στην αγκαλιά αυτή στον κόσμο τούτο, το ίδιο και ακόμη περισσότερο συμβαίνει και την ώρα του θανάτου μας και μετέπειτα. Μας το λέει με άμεσο τρόπο ο απόστολος Παύλος, βασισμένος βεβαίως στην Ανάσταση του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: «ἐάν τε ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (είτε είμαστε στη ζωή αυτή είτε φεύγουμε από τη ζωή αυτή, στον Κύριο ανήκουμε).
Κι είναι ευνόητο: ο Κύριος ως Παντοκράτωρ, ως Δημιουργός και Προνοητής και Κυβερνήτης του κόσμου όλου, ως «ὁ ἐξ Οὗ καί δι’ Οὗ καί εἰς Ὅν τά πάντα ἔκτισται», μᾶς δίνει τη δυνατότητα να ζούμε και εδώ στον κόσμο τούτο ψυχοσωματικά, αλλά και μετά τον θάνατό μας ως ψυχές, πολύ περισσότερο έπειτα μετά τη Δευτέρα Του Παρουσία που θα αναστήσει τα σώματά μας για να ενωθούν και πάλι με τις ψυχές μας, ώστε ολόκληροι να ζούμε μέσα στην παρουσία Του, είτε θετικά (Παράδεισος) είτε δυστυχώς αρνητικά (Κόλαση). Αν υπάρχει δηλαδή και υφίσταται η ζωή, όπως όντως συμβαίνει, αυτό οφείλεται στην πηγή της που είναι ο ίδιος ο Θεός. «Ὅτι παρά Σοί πηγή ζωῆς». «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Ο Κύριος είναι ο Θεός των ζώντων και των κεκοιμημένων.
Τα ψυχοσάββατα είναι ευκαιρία για προσευχή και μετάνοια
Αυτούς λοιπόν τους κεκοιμημένους, ιδίως τους εν πίστει κεκοιμημένους, θυμόμαστε τα Σάββατα και κατεξοχήν τα ψυχοσάββατα, σαν το σημερινό, με σκοπό αφενός να προσευχηθούμε για την εν Κυρίῳ ανάπαυσή τους – ως άνθρωποι μπορεί να μην είχαν ολοκληρώσει τη μετάνοιά τους – αφετέρου να προκληθούμε οι εν κόσμῳ ακόμη ευρισκόμενοι ώστε να βαθύνουμε τη μετάνοιά μας, να νιώσουμε ενόψει του ορίου του θανάτου ότι η αληθινή ζωή είναι η ζωή που έχει αιώνιο χαρακτήρα και δεν είναι αυτή που εκτρέφει απλώς τα πάθη μας, κατεξοχήν τον εγωισμό και τα όποια παρακλάδια του – να προσανατολίσουμε την καρδιά και τη σκέψη μας στην εντολή του Κυρίου «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (όλα τα απαραίτητα για τα προς το ζην) προστεθήσεται ὑμῖν».
Προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων
Και πρέπει να τονίσουμε ότι τα δύο αυτά: προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων, πρόκληση να μετανοήσουμε αληθινά, δεν είναι απλώς προσθετικές καταστάσεις με την έννοια να κάνουμε το ένα, αλλά ευκαιρία να κάνουμε και το άλλο. Κι αυτό γιατί το ένα συνιστά προϋπόθεση του άλλου. Μετανοώ σημαίνει ότι αλλάζω νου, αλλάζω τρόπο θέασης των πραγμάτων, αλλάζω ζωή – επιστρέφω προς τον Θεό μένοντας πάνω στο άγιο θέλημά Του, την αγάπη.
Κι αυτό θα πει ότι αρχίζω, κατά την αναλογία της μετάνοιάς μου, να αγαπώ σωστά και τον Θεό και τον συνάνθρωπό μου, τον συνάνθρωπο μάλιστα που ευρίσκεται όπου γης αλλά και σε οποιοδήποτε βάθος χρόνου. Μη ξεχνάμε ότι κατά την πίστη μας ο χριστιανός συνιστά «μίμημα Χριστού» ως κατ’ εικόνα Εκείνου δημιουργημένος, συνεπώς το φρόνημα Χριστού που περιέκλειε μέσα Του σύμπασα την ανθρωπότητα, τοπικά και χρονικά, αποτελεί όριο και του κάθε χριστιανού, οπότε και ο μετανοών χριστιανός τον όποιο συνάνθρωπο, στην όποια τοπική αλλά και χρονική έκταση, τον περικλείει στην ύπαρξή του, θεωρώντας τον οργανικό κομμάτι δικό του.
Η προσευχή του λοιπόν και για τους κεκοιμημένους είναι όχι απλώς ευκταία κατάσταση, αλλά δεδομένη πραγματικότητα της συνείδησής του, οφειλή που χωρίς αυτήν εκπίπτει σχεδόν από την πίστη του. «Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».
Τα ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε προσευχή και μετάνοια
Κι η Εκκλησία μας λοιπόν με αφορμή το όριο του θανάτου όπως είπαμε μάς καλεί σε μετάνοια, σ’ αυτήν την απεραντοσύνη της εν Κυρίῳ εμπειρίας της, στην αληθινή ζωή με βάση τις εντολές του Θεού. Γιατί είναι δυστυχώς πολύ εύκολο στον κόσμο τούτο που ευρισκόμαστε, τον πεσμένο στην αμαρτία, να εκτραπούμε από την Οδό του Χριστού και να προσκολληθούμε στα πάθη μας που ελκύονται από τη γοητεία της σαρκολατρείας του κόσμου. Ένας ύμνος μάλιστα από τους πολλούς που μας προσφέρει είναι πολύ χαρακτηριστικός για την αποτίναξη της πλάνης των αισθήσεων και το άνοιγμα των οφθαλμών στην όντως πραγματικότητα του Θεού.
«Πάντες οἱ τῷ βίῳ προστετηκότες, δεῦτε ἐν τοῖς τάφοις ἐξεστηκότες, ἐγκύψατε, ἴδετε τοῦ κόσμου τήν ἀπάτην∙ ποῦ νῦν τοῦ σώματος τό κάλλος καί ἡ δόξα τοῦ πλούτου; Ποῦ δέ ἡ ἔπαρσις τοῦ βίου; Ὄντως μάταια πάντα∙ διό κράξωμεν πρός τόν Σωτῆρα∙ Οὕς ἐξελέξω ἐκ τῶν προσκαίρων ἀνάπαυσον, διά τό μέγα σου ἔλεος». (Όσοι είστε προσκολλημένοι εμπαθώς στη ζωή αυτή, εμπρός σκύψτε προσεκτικά πάνω στους τάφους έκθαμβοι και δείτε την απάτη του κόσμου. Πού είναι τώρα η ομορφιά του σώματος και η δόξα του πλούτου; Πού είναι η αλαζονεία της ζωής; Πράγματι, όλα είναι μάταια.
Γι’ αυτό ας φωνάξουμε δυνατά προς τον Σωτήρα Χριστό: Αυτούς που πήρες από τα πρόσκαιρα ανάπαυσέ τους, λόγω του μεγάλου Σου ελέους). Αναφέρεται σε όλους εμάς που δεν βρισκόμαστε στο κανονικό επίπεδο των αληθινών υιών: να είμαστε προσκολλημένοι στον Κύριο από την αγάπη μας γι’ Αυτόν. Προσκολλημένοι συχνά – ή ίσως διαρκώς; – στις μέριμνες του βίου, γοητευμένοι από τα πάθη μας, ξεχνάμε το ουσιαστικότερο για τη σωτηρία μας: την αιώνια ζωή ως ζωντανή σχέση με τον Θεό. Κι έρχεται η επαφή μας με τους τάφους, λόγω και της ημέρας, να θυμηθούμε ότι τελικά ό,τι κάνουμε και επιδιώκουμε στη ζωή αυτή, αν δεν χρωματίζεται από τον Χριστό, είναι μάταιο (ομορφιά, πλούτος, θέσεις, αξιώματα). Πόσο θα πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια της Γραφής ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης».
Καί: «μιμνῄσκου τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμάρτῃς εἰς τόν αἰῶνα» (θυμήσου το τέλος σου και ποτέ δεν θα αμαρτήσεις). Αν δεν μας κινεί η αγάπη του Θεού, τουλάχιστον ας μας κινεί ο φόβος του θανάτου. Μπορεί να μην είναι ό,τι καλύτερο, τουλάχιστον όμως μπορεί να αποβεί σωτήριο.
Η νηστεία της Παρασκευής 21 Φεβρουαρίου 2025, , ημέρα κατά την οποία εορτάζει ο Άγιος Ευστάθιος Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας της Μεγάλης.
Πώς νηστεύουμε την Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025
Νηστεία χωρίς λάδι και κρασί
Οι νηστείες και οι καταλύσεις της Εκκλησίας μας
Νηστεία είναι η λήψη «ξηράς τροφής» (ξηροφαγία), χωρίς λάδι η κρασί, μία φορά την ημέρα, και μάλιστα την ενάτη ώρα (γύρω στις 3 μ.μ.). Λήψη τροφής, έστω και μόνο ψωμιού, περισσότερο από μια φορά την ημέρα λέγεται λύση νηστείας. Αν φάμε και λάδι η πιούμε κρασί, τότε κάνουμε κατάλυση νηστείας. Οι κατηγορίες καταλύσεως της νηστείας είναι τέσσερις:
α) Κατάλυση «εις πάντα»,
β) κατάλυση αύγών και γαλακτοκομικών προϊόντων,
γ) κατάλυση «ιχθύος»
και δ) κατάλυση «οίνου και ελαίου».
Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι, παρά τη θέσπιση συγκεκριμένων ημερών και περιόδων νηστείας από την Εκκλησία μας «ακρίβεια», η ρύθμιση του θέματος για κάθε χριστιανό ξεχωριστά αφήνεται στη διάκριση των Πνευματικών Πατέρων, που ενεργούν κάποτε με συγκατάβαση «οίκονομία» στην άδυναμία του ανθρώπου, και με γνώμονα πάντα το συμφέρον κάθε ψυχής.
Α. «Διατεταγμένες» νηστείες είναι οι εξής:
1) Της Τετάρτης και της Παρασκευής: Ξηροφαγία.
2) Της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου: Ξηροφαγία (εκτός από Σάββατα και Κυριακές, οπότε επιτρέπονται λάδι και κρασί).
3) Της Μεγάλης Εβδομάδος: Ξηροφαγία.
4) Τών Αγίων Αποστόλων, Από τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων μέχρι τίς 28 Ιουνίου: Αποχή από κρέας, γαλακτερά και αυγά. Επιτρέπεται το ψάρι (πλήν, φυσικά, Τετάρτης καίι Παρασκευής).
5) Του Δεκαπενταυγούστου, από την 1 μέχρι τις 14 Αυγούστου: Ξηροφαγία (εκτός από Σάββατα και Κυριακές, οπότε επιτρέπονται λάδι και κρασί, και της Μεταμορφώσεως, που καταλύεται ψάρι).
6) Τών Χριστουγέννων, από τις 15 Νοεμβρίου μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου: α) Από τίις 15 Νοεμβρίου μέχρι τίις 17 Δεκεμβρίου απέχουμε από κρέας, γαλακτερά και αυγά, ενώ καταλύουμε το ψάρι (πλήν Τετάρτης και Παρασκευής).
β) Από τις 18 μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου γίνεται κατάλυση μόνο σε λάδι και κρασί (πάντοτε πλήν Τετάρτης και Παρασκευής). Σημείωση: Οι παραπάνω νηστείες πρέπει να συνδυάζονται πάντοτε με τον παρακάτω πίνακα (Γ), όπου βρίσκονται οι ημέρες καταλύσεως.
Β. Κατάλυση νηστείας (καί τις Τετάρτες και Παρασκευές) επιτρέπεται στις εξής περιπτώσεις:
1) Από τις 25 Δεκεμβρίου μέχρι τις 4 Ιανουαρίου («Δωδεκαήμερο»): «εις πάντα».
2) Την πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου (από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή του Ασώτου): «Εις πάντα».
3) Την τρίτη εβδομάδα του Τριωδίου (από τη Δευτέρα των Απόκρεω μέχρι την Κυριακή της Τυροφάγου): Κατάλυση σε ψάρια, γαλακτοκομικά και αυγά (δέν επιτρέπεται το κρέας) όλες τις ημέρες.
4) Την εβδομάδα της Διακαινησίμου (από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι την Κυριακή του Θωμά): «Εις πάντα».
5) Την εβδομάδα του Αγίου Πνεύματος (από την Κυριακή της Πεντηκοστής μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων): «Εις πάντα».
6) Την περίοδο του Πεντηκοσταρίου (από την Κυριακή του Θωμά μέχρι την Κυριακή της Πεντηκοστής) μπορεί, κατά μία εκδοχή, να γίνεται κατάλυση ελαίου τίις Τετάρτες και Παρασκευές.
Επιπλέον, επιτρέπεται κατάλυση «ιχθύος» την Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής και την Τετάρτη της Αποδόσεως του Πάσχα.
Γ. Πίνακας των ακινήτων εορτών µέ κατάλυση νηστείας.
Ιανουάριος
1: Περιτομή Ιησού Χριστού, Μέγας Βασίλειος — Εις πάντα
5: Παραμονή Θεοφανείων — Νηστεία
6: Τα Άγια Θεοφάνεια — Εις πάντα
7: Σύναξις Ιωάννου του Προδρόμου — Ιχθύος
11: Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου (Οίνος και έλαιον)
16: Προσκύνησις αλύσεως αποστόλου Πέτρου
17: Αντωνίου του Μεγάλου
18: Αθανασίου και Κυρίλλου πατριαρχών Αλεξανδρείας
20: Ευθυμίου του Μεγάλου
22: Τιμοθέου Αποστόλου, Αναστασίου Πέρσου
25: Γρηγορίου του Θεολόγου
27: Ανακομιδή λειψάνων Ιωάννου του Χρυσοστόμου
30: Των Τριών Ιεραρχών
Φεβρουάριος
2: Υπαπαντή Ιησού Χριστού (Ιχθύος)
8: Θεοδώρου του Στρατηλάτου (Οίνος και έλαιον)
10: Χαραλάμπους Ιερομάρτυρος
11: Βλασίου Ιερομάρτυρος
17: Θεοδώρου του Τήρωνος
24: Α’ και Β’ εύρεσις Κεφαλής του Προδρόμου
Μάρτιος
9: Των εν Σεβαστεία αγίων 40 Μαρτύρων (Οίνος και έλαιον)
25: Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (Ιχθύος)
26: Σύναξις Αρχαγγέλου Γαβριήλ (Οίνος και έλαιον)
Απρίλιος
23: Γεωργίου του Τροπαιοφόρου (Οίνος και έλαιον)
25: Μάρκου αποστόλου και ευαγγελιστού
30: Ιακώβου αποστόλου
Μάιος
2: Ανακομιδή λειψάνων Αθανασίου του Μεγάλου (Οίνος και έλαιον)
8: Ιωάννου του Θεολόγου
15: Παχωμίου του Μεγάλου, Αχιλλίου Λαρίσης
21: Κωνσταντίνου και Ελένης Ισαποστόλων
25: Γ’ εύρεσις της Κεφαλής του Προδρόμου
Ιούνιος
8: Ανακομιδή λειψάνων Θεοδώρου του Στρατηλάτου (Οίνος και έλαιον)
11: Βαρθολομαίου και Βαρνάβα αποστόλων
24: Γενέθλιον Ιωάννου του Προδρόμου (Ιχθύος)
29: Πέτρου και Παύλου αποστόλων
30: Η Σύναξις των Δώδεκα Αποστόλων (Οίνος και έλαιον)
Ιούλιος
1: Κοσμά και Δαμιανού των Αναργύρων (Οίνος και έλαιον)
Η Θεία Λειτουργία της Κυριακής μόλις είχε τελειώσει. Η ατμόσφαιρα στον ναό ήταν διάχυτη από τη χάρη του Θεού.
Η οσμή ευωδίας από το λιβάνι και το κερί είχαν διαποτίσει ακόμα και τους τοίχους. Κοντά στους ιστορημένους αγίους που σε αγκάλιαζαν από παντού, ένιωθες ότι κολυμπάς στο… μέλι. Μελωμένες πράγματι και οι αγιογραφίες.
Ποιος ξέρει τι συνέβαινε στην πραγματικότητα, κι ένα μικρό παιδάκι στην αγκαλιά του πατέρα του που πάσχιζε να το φέρει κοντά στις εικόνες να τις φιλήσει, εκείνο ήθελε και να τις… γλείφει!
Οι Άγιοι σού χαμογελούσαν, ευχαριστημένοι που είδαν για μία ακόμη φορά να έχουν τελεστεί τα μυστήρια του Θεού. Οι άγγελοι κρατούσαν συγχορδία στη συστολή του ιερέα: μάζευαν κι αυτοί τα φτερά τους! Ο Κύριος εν χαρά μεγίστη· που προκλήθηκε να μοιράσει τον εαυτό Του στους κοινωνημένους πιστούς, οι οποίοι θα Τον μετέφεραν στα σπίτια τους και στην καθημερινότητά τους.
Οι πιστοί, πλην ολίγων που είχαν κάποια επείγουσα εργασία, κατέβηκαν στο υπόγειο του ναού για τον καθιερωμένο καφέ. Το υπόγειο λειτουργούσε ως αίθουσα πολλαπλών χρήσεων: προσφορά πρωινού καφέ μετά τη θεία Λειτουργία, προσφορά καφέ σε μνημόσυνα, τόπος πνευματικών συνάξεων για μελέτη Αγίας Γραφής, αίθουσα κατηχητικών… Μεγάλη ευλογία για τον ναό! Εκεί πραγματοποιείτο η λειτουργία μετά τη… Λειτουργία. Κι εκεί η ατμόσφαιρα πανηγυρική και ευχάριστη.
Ο ιερέας κατέλυσε και ξεφόρεσε. Κατέβηκε κι αυτός να συναντήσει τους ενορίτες του, να πιει κι αυτός τον καφέ του. Πριν καθίσει, έκανε ένα γύρο στα διάσπαρτα τραπέζια. Σε όλους είχε κάτι να πει: έναν ενθαρρυντικό λόγο, μία σύντομη παρατήρηση στο πρόβλημα που πεταχτά κάποιος του έλεγε, ένα αστείο. Σε κάποιους απλώς κτύπησε φιλικά την πλάτη. Ο αδελφός ανάμεσα στους αγαπημένους αδελφούς. Ο πατέρας μαζί με τα παιδιά του!
Κάθισε κι αυτός και σερβιρίστηκε. Οι γύρω του που είχαν προλάβει τις θέσεις χαίρονταν την παρουσία του. Ο καθένας ήθελε και κάτι να του πει. Όλους τους άκουγε με χαμόγελο και ευχαρίστηση. Ορισμένοι ήθελαν να τον… μονοπωλήσουν. Πάντα συμβαίνει κι αυτό. Οι άλλοι βεβαίως δεν τον άφησαν. Ο παπάς ήταν ο παπάς τους. Για όλους.
Είδε την ηλικιωμένη γυναίκα που πάντα ήταν πρώτη στη διακονία, να στέκεται παράμερα, σαν να τον περίμενε. Φαινόταν ότι κάτι την απασχολούσε, αλλά δίσταζε με όλους αυτούς που τον περιτριγύριζαν.
«Τι κάνετε, κ. Πηνελόπη;» τη ρώτησε ο παπάς. «Ελάτε πιο κοντά. Καθίστε κι εσείς λίγο μαζί μας. Μια ζωή μας υπηρετείτε όλους. Πιείτε κι εσείς το καφεδάκι σας».
Η κ. Πηνελόπη διστακτικά προχώρησε. Τα μάγουλά της ήταν λίγο κοκκινισμένα. «Πάτερ», είπε γέρνοντας λίγο προς τον ιερέα. «Πάτερ, θέλω έπειτα κάτι να σας ρωτήσω, που καιρό τώρα με απασχολεί και με ενοχλεί. Σαν αγκάθι τριβελίζει μέσα στο μυαλό μου. Κι ιδιαιτέρως σήμερα, δεν ξέρω γιατί, ήταν αυτό που απορρόφησε τόσο τη σκέψη μου, σαν λογισμός εκ του πονηρού σχεδόν, που δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ και στη Θεία Λειτουργία».
«Τι συμβαίνει, κ. Πηνελόπη;» είπε ψιθυριστά σχεδόν και ο ιερέας. «Θέλετε να ρωτήσετε τώρα, ή λίγο αργότερα, όταν φύγουν οι πολλοί;»
Φύγανε οι πολλοί, έμειναν ελάχιστοι, ο ιερέας έμεινε με την κ. Πηνελόπη.
«Τι συμβαίνει, κ. Πηνελόπη;» είπε στην αγαθή γυναίκα, η οποία μπορεί να μην ήξερε πολλά γράμματα, όμως στην καρδιά της είχε αναμμένο πυρσό αγάπης του Θεού. «Τι σας απασχολεί»;
«Όπως σας είπα, πάει πολύς καιρός που μ’ ενοχλεί αυτό που ακούω, αλλά σήμερα μου έχει καρφωθεί, όπως σας είπα, στο μυαλό. Λοιπόν, πατέρα μου, φταίτε… κι εσείς για τον πειρασμό μου αυτόν, όπως και οι εκκλησιαστικοί σταθμοί που ακούω, όταν δεν έρχομαι στον ναό και ακούω από ραδιοφώνου τη Λειτουργία».
Ο ιερέας στενοχωρήθηκε. Ο ίδιος να γινόταν αιτία πειρασμού σε μία τόσο αγαθή γερόντισσα; Μία ρυτίδα αυλάκωσε για λίγο το μέτωπό του.
«Λοιπόν», συνέχισε η γυναίκα, «πρόκειται για κάτι που σχετίζεται με την Παναγία μας. Νιώθω ότι μ’ αυτό που λέτε, όπως το λέτε, την… υποβαθμίζεται, την προσβάλλεται – πώς να το πω; Και η Παναγία είναι Παναγία. Είναι το λατρευτό μας πρόσωπο. Μετά τον Χριστό μας, όπως και σεις ο ίδιος λέτε, σ’ αυτήν αναφερόμαστε. Θυμάμαι μάλιστα και τη φράση που συνεχώς μας λέτε: Θεός μετά Θεό!»
Έπεφτε από τα σύννεφα ο παπάς. Υποβαθμίζει κ αυτός την… Παναγία και δεν το έχει πάρει είδηση; Μα τι συμβαίνει; Δεν μίλησε. Άφησε την Πηνελόπη να ολοκληρώσει.
Η γυναίκα έκανε μία παύση. Σαν να δίσταζε να εκστομίσει τη… «βλασφημία»! Στο τέλος είπε αποφασιστικά.
«Πάτερ, γιατί την Παναγία Μάνα μας, που είναι η Δέσποινα του Κόσμου, εσείς και οι εκκλησιαστικοί σταθμοί τη λέτε «Δεσποινίς»;»
Κάτι άρχισε να καταλαβαίνει ο παπάς. «Πότε γίνεται αυτό, κ. Πηνελόπη μου;»
«Ε, να, τότε που λέτε «Της Παναγίας, αχράντου..», μετά αντί να πείτε Δέσποινας λέτε, «Δεσποινίς»!!»
Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα χείλη του ιερέα και χαμογέλασε πλατιά. Αγκάλιασε τη γερόντισσα και εξακολουθώντας να χαμογελά της είπε.
«Κυρία Πηνελόπη μου, φταίει που δεν ξέρετε καλά τη γραμματική της ελληνικής γ λ ώ σ σ η ς», είπε και τόνισε ιδιαιτέρως το «γλώσσης». Είδατε τι μόλις είπα κ. Πηνελόπη; Είπα όχι γλώσσας, αλλά γλώσσης. Είναι λάθος αυτό»;
«Όχι, πάτερ», μουρμούρισε η αγαθή γυναίκα, χωρίς να καταλαβαίνει την ερώτηση του ιερέα.
«Να, τι συμβαίνει κ. Πηνελόπη. Στην αρχαία ελληνική, η Δέσποινα κάνει γενική της Δεσποίνης και όχι της Δέσποινας.
Όπως συμβαίνει και με το γλώσσα, με τη θάλασσα και με ένα σωρό ακόμη λέξεις. Δεν θέλω να κάνουμε τώρα μάθημα γραμματικής, αλλά δεν είναι λάθος αυτό που λέμε, κ. Πηνελόπη μου. Η Δέσποινα είναι της Δεσποίνης, δηλαδή της Δέσποινας.
Οπότε λέμε στην αίτηση: «Της Παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου», και όχι «Δεσποινίς». Επειδή μάλλον λέμε την αίτηση με τρόπο εμμελή, λίγο τραγουδιστά δηλαδή, ακούτε τον τόνο να κατεβαίνει στη λήγουσα που λέμε».
«Α!», είπε η κ. Πηνελόπη. «Να με συμπαθάτε, πάτερ, δεν ξέρω πολλά γράμματα, και γι’ αυτό το είχα παρεξηγήσει. Συγγνώμη, πάτερ, που σας στενοχώρησα».
«Να είστε καλά, κ. Πηνελόπη. Ό,τι θέλετε να ρωτάτε κι αν μπορώ θα σας απαντώ. Μάλλον όμως πρέπει κι εμείς οι ιερείς να προσέχουμε καλύτερα στο πώς λέμε τις αιτήσεις και τις ευχές, για να μη δημιουργούνται προβλήματα…».
παπα Γιώργης Δορμπαράκης: Δεν μπορεί να είναι και με τον Θεό και με τον διάβολο. «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» κατά τον ευαγγελικό λόγο. «Ιδικόν μου ποτέ μου δεν επεθύμησα, μόνον λόγω της ασθενείας μου, διά τας ανάγκας, είχα αυτά τα πράγματα (σημ.: κάποια βιβλία και λίγα χρήματα). Ποτέ μου δεν εσκέφθην κάτι να το επιθυμήσω και έχω για τον εαυτό μου, γνωρίζοντας ότι είμαι γη και σποδός» (Όσιος Ιάκωβος ο εν Ευβοία). Τα λόγια αυτά αποτελούν μέρος ενός μικρού σημειώματος που έγραψε ο σύγχρονος μεγάλος όσιος Ιάκωβος (Τσαλίκης), τον Μάιο του 1977, όταν θεώρησε ότι εγγίζει το τέλος του μετά από βαριά αρρώστια. Και αποκαλύπτουν αυτό που ήταν ολόκληρη η εν Χριστώ βιοτή του: την άκρα ακτημοσύνη του και τη βαθειά ταπείνωσή του. Όταν βεβαίως έχει κανείς υπ’ όψιν του το πόσα χρήματα πέρναγαν διαρκώς από τα χέρια του αγίου ηγουμένου Ιακώβου όσο ζούσε, τα οποία του έδιναν οι διάφοροι ευεργετημένοι από αυτόν προσκυνητές, τότε καταλαβαίνει πληρέστερα το σημείωμα του οσίου. Διότι δεν ήταν ακτήμων επειδή απλώς δεν είχε τίποτε, αλλά ήταν και παρέμενε ακτήμων την ώρα που πακτωλός χρημάτων γέμιζαν το «ταγαράκι» του. Και τι γίνονταν όλα αυτά τα χρήματα; Τα έδινε αμέσως μόλις τα έπαιρνε σε αναγκεμένους και πτωχούς ανθρώπους, των οποίων γνώριζε το δύσκολο ιστορικό. «Το ταγαράκι στεκότανε πάντοτε στη θέση του, πάντα γεμάτο» σημειώνει ο μακαριστός καθηγητής Πανεπιστημίου Στυλιανός (μοναχός Γεράσιμος) Παπαδόπουλος, που τον είχε γνωρίσει πολύ καλά. Ο ίδιος ο άγιος μάλιστα έλεγε: «Έρχονται οι φτωχοί μου και λέω και τους δίνω. Και κείνο, (το ταγαράκι), δεν αδειάζει. Γυρίζω και το βρίσκω ξεχειλισμένο». Τα λόγια του δίνουν επαρκή εξήγηση της αφιλαργυρίας του: προέκρινε πάντοτε την προσφορά και την ελεημοσύνη, κατά τον λόγο του Κυρίου: «μακάριόν εστι διδόναι μάλλον ή λαμβάνειν», είναι ευλογία και μακαριότητα για τον άνθρωπο να δίνει μάλλον παρά να παίρνει, διότι όχι μόνον δεν επιθυμούσε χρήματα και ό,τι άλλο υλικό αγαθό, αλλ’ ούτε καν ως σκέψη δεν περνούσε τέτοιος λογισμός από το μυαλό του. Κι είναι ευνόητο πότε μπορεί να συμβαίνει μία τέτοια υπερφυής κατάσταση: όταν η διάνοια του ανθρώπου και η καρδιά του και όλη η ψυχή του είναι στραμμένα προς τον Θεό και την αγάπη Του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτοχρόνως στραμμένος σε δύο αντιθετικές καταστάσεις. Δεν μπορεί να είναι και με τον Θεό και με τον διάβολο. «Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» κατά τον ευαγγελικό λόγο. Ο άγιος Ιάκωβος, παιδιόθεν κυριολεκτικά, είχε ελκυστεί από την αγάπη του Θεού. Το «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας, εξ όλης της ισχύος και τον πλησίον σου ως σεαυτόν», η βασική εντολή δηλαδή του Θεού στον άνθρωπο, ήταν το αδιάκοπο και αταλάντευτο όραμα της ζωής του, που αγωνιζόταν με όλες τις δυνάμεις να το κάνει πράξη. Πώς λοιπόν ήταν δυνατόν να ρέπει επί τα αισθητά, πολλώ δε μάλλον επί τα πονηρά; Ο άγιος ζούσε ήδη από τη ζωή αυτή τη μακαριότητα του Παραδείσου ως πολίτης του Ουρανού. Σε τέτοιους ανθρώπους σαν τον άγιο ηγούμενο βλέπουμε εφαρμοσμένο τον λόγο του αποστόλου Παύλου: «δεν έχουμε εδώ στον κόσμο αυτό μόνιμη κατοικία, αλλά τη μελλοντική του Παραδείσου επιζητούμε». Και ποιο το θεμέλιο της ολοσχερούς αυτής στροφής του αγίου Ιακώβου προς τον Ουρανό και την αγάπη του Θεού; Η βαθύτατη ταπείνωσή του. «Γη και σποδός ειμι», είμαι χώμα και στάκτη. Αυτό είναι το άνθος που ριζώνει στην καρδιά του ανθρώπου που ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του Κυρίου Ιησού Χριστού: να ανοίγονται τα μάτια του για να βλέπει τη μηδαμινότητά του και να εκφράζεται η όραση αυτή ως αγάπη θυσιαστική προς τον συνάνθρωπό του, ιδίως τον πιο αδύναμο και αδικημένο – η μηδαμινότητα που αφήνει χώρο για την πλημμύρα του πλούτου της χάρης του Θεού. Πίστη στον Χριστό, ταπείνωση και αγάπη δηλαδή συνυπάρχουν αρμονικά και ταιριασμένα στον άνθρωπο του Θεού κι αυτός ο άνθρωπος, σαν τον μεγάλο Ιάκωβο, είναι εκείνος που τελικώς φανερώνεται ως ένας άλλος θεός επί της γης! παπα Γιώργης Δορμπαράκης ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ
Για να μπορέσει ο άνθρωπος να κάνει αρχή και να προκόψει στη συνέχεια πνευματικά χρειάζονται δύο βασικά στοιχεία: τη μετάνοια και την ταπείνωση. Έτσι οι δύο πρώτες Κυριακές του Τριωδίου αυτό τον σκοπό έχουν να καταδείξουν ότι ο Θεός αναπαύεται στον άνθρωπο που μετανοεί και έχει ταπεινό φρόνημα στη ζωή του.
Η Κυριακή του Ασώτου υιού σήμερα, όπως και η περασμένη Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου είναι χαρακτηριστικές, αφού δικαιώνεται ο αμαρτωλός που με μετάνοια και ταπείνωση ζητά το έλεος του Θεού. Αντίθετα ο υπερήφανος, μεγαλύτερος υιός ή ο Φαρισαίος που μπορούσε να είχαν τάχα αρετές δεν σώζονται, γιατί είχαν εγωισμό, αυτοδικαίωση και κατέκριναν τους αδελφούς τους.
Η μακρά αυτή περίοδος του Τριωδίου που εισήλθαμε από την περασμένη Κυριακή έχει ως σκοπό να μας προετοιμάσει πνευματικά να αξιωθούμε να μετέχουμε των Αγίων Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου μας. Κάθε χρόνο, εξαιρέτως αυτή την περίοδο πρέπει ο Χριστιανός να ανεβαίνει ως σκαλοπάτια της πνευματικής προκοπής για να μπορέσει όταν μας καλέσει ο Κύριος να γίνει μέτοχος της Αναστάσεως και της Αιωνίου Ζωής. Η σημερινή παραβολή του Ασώτου Υιού πραγματικά μας δίνει δυο πολύ σημαντικές πτυχές για να αρχίσουμε και να συνεχίσουμε την πνευματική μας πορεία μέσα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή την μετάνοια και την ταπείνωση.
Πραγματικά όλα τα πνευματικά εφόδια βοηθούν και όλα χρειάζονται για να αποκτήσουμε τις αρετές που θα είναι ως εισιτήρια για την Βασιλεία των Ουρανών. Η νηστεία, η προσευχή, η μετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, η ελεημοσύνη προς τον συνάνθρωπο, η αγάπη, η ανεξικακία και η συγχώρεση του αδελφού μας. Όλα όμως θα πρέπει να γίνονται μέσα στο πνεύμα της ταπείνωσης και της μετάνοιας.
Να αναγνωρίζει ο καθένας μας ότι όσα και να κάνει στη ζωή του αγαθά, όπως ο μεγαλύτερος υιός, θα είναι πολύ λίγα για να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού, αν δεν τα βλέπει με ταπεινό φρόνημα και αν δεν συγχωράει τον αδελφό του. Από την άλλη ο καθένας μας όσο χαμηλά και αν έπεσε στην αμαρτία να μην απελπίζεται, γιατί ο Θεός Πατέρας μας είναι σπλαχνικός και φιλάνθρωπος και μπορεί να μας σώσει με τη μετάνοια.
Η μετάνοια και η εξομολόγηση είναι η αφετηρία σωτηρίας μας. Οι πατέρες μας, μας λένε ότι το να πέφτουμε στην αμαρτία είναι ανθρώπινο, το να εμμένουμε στην αμαρτία είναι δαιμονικό, αφού μόνο ο διάβολος δεν θέλει να μετανοήσει, το να μετανοούμε είναι θείο δώρο καθότι ανοίγει τον δρόμο προς τον Θεό και τη σωτηρία μας. Πολύ ωραία χρησιμοποίησε τη φράση ο Χριστός στην παραβολή: «αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου». Έτσι και εμείς αυτό που πρέπει να κάνουμε αυτές τις μέρες πριν την καθαρά Δευτέρα είναι να σηκωθούμε να πάμε να βρούμε ένα πνευματικό και να κάνουμε μια καθαρή εξομολόγηση και να βάλουμε μια καινούρια αρχή στη ζωή μας.
Είναι κάτι που αναγκαζόμαστε να θίξουμε αυτές τις μέρες και πρέπει να το κάνουμε για να ξυπνήσουμε επιτέλους και να προστατεύσουμε τον πιστό λαό μας. Η εκκλησία μας κάνει λόγο τις μέρες αυτές για μετάνοια, ταπείνωση, την επόμενη Κυριακή για τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας όπου άλλοι θα κερδίσουν τον Παράδεισο και άλλοι λόγω της φαύλης συμπεριφοράς τους στην αιώνια κόλαση. Ενώ λοιπόν θα πρέπει αυτές τις μέρες να τρέξει σε μετάνοια με περισυλλογή να ετοιμαστεί να εισέλθει στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Δυστυχώς προβάλλονται οι καραναβαλίστικες παρελάσεις.
Όλα αυτά όμως εκτός από ανήθικα και αισχρά πολλές φορές είναι και βλάσφημα αλλά και παραπέμπουν σε λατρεία ειδολολατρικών θεοτήτων και του ίδιου του διαβόλου. Οι άγιοι μας έκαναν μεγάλους αγώνες και άλλοι είχαν μαρτυρικό τέλος στον προσπάθειά τους να καταργηθούν όλα αυτά καθότι δεν συνάδουν με την Ορθόδοξη πίστη μας. Δεν είναι ο πολιτισμός μας αυτός και ούτε περιποιεί τιμή σε ένα νησί των αγίων να πραγματοποιούνται τέτοιου είδους δραστηριότητες.
Δεν αρμόζει σε Χριστιανούς ούτε να συμμετέχουμε σε τέτοιες εκδηλώσεις, ούτε να παρακολουθούμε ή να έχουμε οποιαδήποτε σχέση με αυτά. Μολύνουμε το βάπτισμά μας, το όνομα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος που λάβαμε με το Χρίσμα. Μην το θεωρήσουμε κάτι ουδέτερο ή ασήμαντο, ο Χριστός η Παναγία μας και οι άγιοι μας λυπούνται για όλα αυτά.
Όσοι τυχόν είχαμε σχέση με τα καρναβάλια πρόσφατα ή παλαιότερα θα πρέπει να μετανοήσουμε, να εξομολογηθούμε σε ένα σωστό πατερικό, ορθόδοξο πνευματικό για να μπορέσουμε να σωθούμε. Διαφορετικά θα έχουμε ευθύνη και μεγάλο βάρος και αμάρτημα θανάσιμο να συμμετέχουμε σε αυτά ή να τα παρακολουθούμε.
Λίγο πριν την Μεγάλη Τεσσαρακοστή μας προετοιμάζει η Εκκλησία πρώτα να μετανοήσουμε, και όσο αμαρτάνουμε να μετανοούμε συνεχώς, και με την εξομολόγηση κάθε φορά να βάζουμε καινούρια αρχή. Η ταπείνωση είναι όχημα που θα μας εισάγει στον παράδεισο. Ένα φορτηγό γεμάτο αρετές που το οδηγεί η υπερηφάνεια πάει κατευθείαν στην κόλαση, ένα φορτηγό γεμάτο αμαρτίες που το οδηγεί η ταπείνωση και η μετάνοια ανεβαίνει στον παράδεισο. Όλοι αυτές τις μέρες να προετοιμάσουμε τον εαυτό μας με προσευχή, μετάνοια, εξομολόγηση, αλληλοσυγχώρηση, περισυλλογή και αποστασιοποίηση από αμαρτωλά και βλάσφημα θεάματα.
Στη συγκεκριμένη περικοπή ο Ιησούς αναφέρει: ένας άνθρωπος είχε δύο υιούς. Ο ένας υιός, ο νεώτερος ζητά από τον πατέρα του το διαμοιρασμό της περιουσίας ώστε να πάρει το μερίδιό του. Μοιράζει την περιουσία ο πατέρας στα δύο του παιδιά.
Ο νεώτερος υιός φεύγει σε χώρα μακρινή στην οποία σπαταλά αλόγιστα το μερίδιο του σε αμαρτωλές καταστάσεις κάνοντας άσωτο βίο. Αφού κατέφαγε όλα του τα χρήματα και δεν είχε τι άλλο να κάνει, έψαξε και βρήκε δουλειά για να βγάζει τα προς το ζειν. Η δουλειά που βρήκε ήταν η ευτελέστερη που μπορούσε να κάνει ένας πιστός Ιουδαίος, τη διαποίμανση κοπαδιού χοίρων.
Αφού αναλογίστηκε σε τι άθλια κατάσταση βρισκόταν, συνειδητοποίησε ότι μέχρι και οι δούλοι του πατέρα του ζούσαν σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ αυτή που ζούσε τώρα. Παίρνει τότε την απόφαση να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι, να ζητήσει συγχώρεση από τον πατέρα του και να του ζητήσει δουλειά. Στο δρόμο της επιστροφής, ο πατέρας του τον προϋπαντεί και διατάζει τους δούλους του να τον ντύσουν με πλούσια ενδυμασία, να του φορέσουν δακτυλίδι και να ετοιμάσουν εόρτιο γεύμα με την ευκαιρία της επιστροφής του υιού του.
Ο άλλος υιός, ο μεγαλύτερος, ακούγοντας τη φασαρία που προερχόταν από το σπίτι ρώτησε και έμαθε για την επιστροφή του αδερφού του. Τότε εξέφρασε παράπονο στον πατέρα του ότι ο ίδιος δε διασκέδασε ποτέ με τους φίλους του γιατί ολημερίς δούλευε στα οικογενειακά χωράφια, ενώ άμα τη επιστροφή του αδερφού του, ο οποίος κατέφαγε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε, στρώθηκε και πανηγυρική τράπεζα, κάτι το οποίο φαινόταν εντελώς άδικο προς το μεγαλύτερο υιό.
Ο ευαγγελιστής Λουκάς είναι ο μόνος από τους τέσσερις ευαγγελιστές που μας διασώζει στο 15ο κεφάλαιο του ευαγγελίου του, στους στίχους 11 – 32, την «Παραβολή του Ασώτου Υιού», όπως είναι πλέον γνωστή, ή αλλιώς ως η «Παραβολή του Σπλαχνικού Πατέρα». Πριν ακόμη προχωρήσουμε στην ανάλυση της περικοπής, χρήσιμο θα ήταν να επισημάνουμε την έννοια της παραβολής και τη χρησιμότητά της ως είδος επικοινωνίας στο λόγο του Ιησού με τους ανθρώπους.
«Παραβολή είναι το είδος του λόγου, το οποίο χρησιμοποιεί ο Χριστός για την αποκάλυψη αληθειών που παραμένουν μέχρι εκείνη τη στιγμή άγνωστες» (Χωρεπισκόπου Τριμυθούντος κ. Βασιλείου, Ευαγγέλιο και Ζωή Οι παραβολές, Λευκωσία 1998, σ. 17). Με τον όρο «Παραβολές» τα κείμενα της Καινής Διαθήκης θεωρούν τις μικρές αυτοτελείς διηγήσεις υποθέσεων που περιγράφουν σκηνές, συμβάντα της ανθρώπινης καθημερινότητας. Οι διηγήσεις αυτές τις περισσότερες φορές δεν ήταν πραγματικές, δηλαδή δεν ήταν περιγραφή συγκεκριμένων συμβάντων δεν ήταν πιστή αποτύπωση ρεαλιστικών καταστάσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το θέμα το οποίο πραγματεύεται μια τέτοια διήγηση δε μπορούσε να γίνει στην πραγματικότητα.
Ο σκοπός για τον οποίο γινόταν χρήση του είδους των παραβολών ήταν η μεταφορά κάποιου μηνύματος. Αυτό πετυχαίνεται με την ένταξη εικόνων από την καθημερινότητα των ανθρώπων και από τις καθημερινές τους ασχολίες (λ.χ. γεωργοί, ψαράδες κ.α.). Ο Ιησούς Χριστός χρησιμοποίησε ευρέως αυτό το είδος στις ομιλίες του λόγω του ότι το ακροατήριό του αποτελείτο από ανθρώπους απλοϊκούς, καθημερινούς και χρησιμοποιώντας εικόνες που μπορούσαν να δουν στη ζωή τους, στην καθημερινότητά τους, μπορούσαν κάλλιστα να καταλάβουν και να συλλάβουν τα υψηλά νοήματα του λόγου του Θεού. «Κεντρικό θέμα των ευαγγελικών παραβολών είναι η βασιλεία του Θεού ως αποφασιστική παρέμβαση του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού εντός της ιστορίας με σκοπό τη σωτηρία των ανθρώπων και η έκκληση όπως μετανοήσουν οι άνθρωποι για να καταστούν «υιοί της βασιλείας» » (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδότης Αθ. Μαρτίνος, Αθήνα 1962-1968, τ 10, σ. 21).
Η συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή, όπως έχουμε προαναφέρει, είναι ευρέως γνωστή ως η «Παραβολή του Ασώτου Υιού» ή αλλιώς ως η «Παραβολή του Σπλαχνικού Πατέρα». Πολλά μηνύματα πηγάζουν από την περικοπή αυτή. Κατά κύριο λόγο όμως καλό και πρέπον θα ήταν να εξετάσουμε για ποιό λόγο οι Πατέρες θέσπισαν να γίνεται η ανάγνωση της συγκεκριμένης περικοπής τη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου και ποια μηνύματα θέλουν να κρατήσουμε.
Θαυμασμό προκαλεί η αστείρευτη και αφειδώλευτη αγάπη του Πατέρα προς τους υιούς του και κυρίως προς το νεώτερο υιό του. Παρά την παράλογη απαίτηση του νεώτερου υιού να γίνει διαμοιρασμός της περιουσίας και μετέπειτα ακολούθησε η αλόγιστη σπατάλη της σε ασωτίες και αμαρτωλές ενέργειες, ο Πατέρας στη θέα του υιού του να επιστρέφει στη σιγουριά και ασφάλεια του πατρικού σπιτιού, τρέχει να τον προϋπαντήσει και να τον υποδεχτεί. Ο μετανοημένος υιός επιστρέφοντας στη θαλπωρή του σπιτιού του δεν αποζητά δικαιώματα ως παιδί του, αλλά επιστρέφει με το σκεπτικό να τον δεχτεί ως ένα από τους υπηρέτες του.
Θαυμασμό προκαλεί ακριβώς σε αυτό το σημείο το μεγαλείο της ευσπλαχνίας του πατέρα κατά την υποδοχή του ασώτου. Παρά την πικρία που δοκίμασε από τις πράξεις του υιού του, την αχαριστία και αυθάδεια με την οποία ζητούσε μέρος της περιουσίας που του ανήκε – δημιουργός της περιουσίας φυσικά ήταν ο πατέρας – έντονα αισθήματα χαράς και ευφορίας τον καταλαμβάνουν στη θέα της επιστροφής του ασώτου υιού.
Ένα από τα πολλά μηνύματα που εξάγονται από την περικοπή αυτή και οι Πατέρες της Εκκλησίας, ως γνήσιοι παιδαγωγοί εις Χριστό και καθοδηγητές στην ουράνια Βασιλεία του Θεού, θεώρησαν ως πρέπον την ανάγνωση της συγκεκριμένης περικοπής στη συγκεκριμένη περίοδο που εισερχόμαστε, είναι ότι στο καθετί που μας πικραίνει, ενοχλεί και στεναχωρεί δεν πρέπει να δίνεται συνέχεια. Να είμαστε στη θέση να συγχωρούμε, να κατανοούμε το μέγεθος του λάθους το οποίο διαπράξαμε και να αποζητούμε τη συγχώρεση. Δηλαδή να αντιγράψουμε το μέγεθος της ευσπλαχνίας του σπλαχνικού Πατέρα που παρά τα λάθη του υιού του τον συγχωρεί και τον δέχεται πίσω στην πατρική του αγκάλη.
«Συγχωρώ σημαίνει δίνω σε κάποιον τη συγγνώμη μου ή αποδέχομαι την αίτηση συγγνώμης άλλου, απαλλάσσω κάποιον από το βάρος της ενοχής του» (Λεξικό Μπαμπινιώτη). Συγχώρεση είναι η ανιδιοτελής και έμπρακτη έκφραση αληθινών συναισθημάτων μεταμέλειας και συγχώρεσης προς κάποιο πρόσωπο, το οποίο πλήγωσε κάποιο με συγκεκριμένη πράξη του. Οι ευαγγελιστές μέσα από τα ευαγγέλιά τους μας παρουσιάζουν τον Ιησού να διδάσκει την έννοια της συγχώρεσης με διάφορα σχήματα όπως το σχήμα συγχώρησης του Θεού – Πατέρα προς τον άνθρωπο και του ανθρώπου προς το συνάνθρωπό του.
Καταρχήν ο ίδιος ο Ιησούς θαυματουργώντας επισήμανε τη σχέση που έχει η ύπαρξη της αμαρτίας στη ζωή των ανθρώπων ως προς τις διάφορες ασθένειες, λ.χ. η θεραπεία του εκ γενετής τυφλού, η θεραπεία του παραλυτικού. Κατά την περιγραφή του συμβάντος της θεραπείας του παραλυτικού ο Ιησούς απευθυνόμενος προς τον ασθενή, του λέει : «Τέκνον αφίενται σου αι αμαρτίαι» (Μρκ. 2,5). Αφού κατάλαβε τις σκέψεις των παρευρισκομένων Γραμματέων, στο πιο πάνω συμβάν της θεραπείας του παραλυτικού, εξηγεί ότι είναι καλύτερο αυτό παρά να του έλεγε πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα. Έτσι μ’ αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνει ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες και πάνω στη γη.
Ακόμη ένα ευαγγελικό παράδειγμα συγχώρησης είναι και η σκηνή της Σταύρωσης στο Γολγοθά στην οποία ο Χριστός αναφωνεί προς τον Ουράνιο Πατέρα «Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34) [Και αυτή η φράση από τη σκηνή της Σταύρωσης διασώζεται μονάχα στο ευαγγέλιο του Λουκά όπως ακριβώς και παραβολή την οποία πραγματευόμαστε!!].
Ο Χριστός πάνω στο Σταυρό μετά από τον εμπαιγμό, τα βάσανα, την ταλαιπωρία, το μαστίγωμα και έπειτα το σταυρικό μαρτύριο, εντούτοις παρακαλεί και προσεύχεται για τη συγχώρεση του ανθρωπίνου γένους για την άγνοια των σταυρωτών Του και όσων Τον χλευάζουν. Παρά τον πόνο και την αδικία, τους συγχωρεί. Επίσης στο Μρκ, 11, 25-26 («Και όταν στήκετε προσευχόμενοι, αφίετε ει τι έχετε κατά τινος, ίνα και ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς αφή υμίν τα παραπτώματα υμών») ο Κύριος μας διδάσκει την ώρα της προσευχής να είμαστε ήδη καθαροί από οτιδήποτε μας έχει ενοχλήσει. Όντας καθαροί μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τον Πατέρα στον ουρανό.
Τρανό παράδειγμα διδαχής της Συγχώρεσης από τον Ιησού είναι και το πέμπτο αίτημα της Κυριακής προσευχής «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Μτθ. 6, 12). Ερμηνευτικά προσεγγίζοντας το συγκεκριμένο στίχο φθάνουμε στο σημείο να πούμε «ότι η συγχώρηση, την οποία ζητούμε από το Θεό Πατέρα, έχει ως προϋπόθεση τη συγχώρηση των άλλων από εμάς»(Χωρεπισκόπου Τριμυθούντος κ. Βασιλείου, Ευαγγέλιο και Ζωή Η προσευχή στα Ιερά Ευαγγέλια, Λευκωσία 1998, σ.112). «Αυτή η διπλής όψεως συνδιαλλαγή, συγχώρηση των σφαλμάτων των άλλων και συνδιαλλαγή με εκείνους που έχουν κάτι εναντίον μας, είναι η προϋπόθεση της προσευχής. Δεν σημαίνει ότι είναι προϋπόθεση για να μας συγχωρέσει ο Θεός, αλλά η προϋπόθεση εσωτερικής μας ειρηνεύσεως, ειλικρινούς διαθέσεως έναντι των συνανθρώπων μας και δημιουργίας καταλλήλων συνθηκών για την αποτελεσματικότητα της κοινωνίας μας με τον Θεό Πατέρα» (ό.π., σ. 115).
Αρκετοί Εκκλησιαστικοί Πατέρες ανέδειξαν την συγχώρεση ως αρετή. Ένας εξ αυτών είναι και ο χρυσορρήμων Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης ο οποίος στην εικοστή ομιλία του (ομιλία Κ’) αναφέρει ότι μια από τις απαραίτητες προϋποθέσεις προσέλευσης κάποιου στη θεία κοινωνία κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εκτός από τη νηστεία, είναι και η άφεση των αμαρτιών μας και η συγχώρηση των συνανθρώπων μας για πιθανών λάθη και παραλείψεις τους. Όπως γράφει ο θειότατος αυτός Πατέρας «Ως γαρ τον πορνεύοντα και τον βλασφημούντα αμήχανον μετασχείν της ιεράς τραπέζης, ούτω τον εχθρόν έχοντα και μνησικακούντα αδύνατον απολαύσαι κοινωνίας αγίας καιμάλα εικότως» (Ιω. Χρυσοστόμου, Ε.Π.Ε. 32, σ. 614).
Η συγχώρεση είναι γνώρισμα, χαρακτηριστικό του αληθινά μετανοημένου. «Η συγχώρεση των άλλων μας παρέχει την ελευθερία και τη δύναμη, ώστε με παρρησία να ζητήσουμε τη δική μας άφεση από το Θεό» (ό.π., σ. 120). «Ως ο Ληστής βοώ το Μνήσθητί μου ως ο Τελώνης κατηφής τύπτω το στήθος και κράζω, νυν το, Ιλάσθητι ώσπερ τον Άσωτον, ρύσαι με πανοικτίρμον, εκ πάντων των κακών μου Παμβασιλεύ, όπως υμνώ σου την άκραν συγκατάβασιν» (Ωδή θ’ Κυριακής Ασώτου). Καλό στάδιο.