Η Ιερά Μητρόπολη Μεσσηνίας με αφορμή την συμπλήρωση δεκαπέντε ετών από την κοίμηση του μακαριστού Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Θέμελη θα τελέσει την ερχόμενη Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022, Πολυαρχιερατικό Μνημόσυνο, στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Υπαπαντής του Χριστού Καλαμάτας. Στην Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία και στο Ιερό Μνημόσυνο θα συμμετάσχουν οι Σεβ. Μητροπολίτες Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιος, Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος, Καρθαγένης κ. Μελέτιος και Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος. Προσκαλείται το πλήρωμα της τοπικής Εκκλησίας, όπως συμμετάσχει στις ως άνω ακολουθίες και προσευχηθεί για την ανάπαυση της ψυχής του μακαριστού Ιεράρχη.
Στο Νοσοκομείο «Άγιος Ανδρέας» μεταφέρθηκε και νοσηλεύεται από το πρωί, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Κερνίτσης κ. Χρύσανθος. Σύμφωνα με πληροφορίες ο κ. Χρύσανθος διαγνώστηκε με πνευμονία και κρίθηκε απαραίτητη η νοσηλεία του, για τη χορήγηση της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής. Ευχή όλων να ξεπεράσει σύντομα την περιπέτεια υγείας του και να επιστρέψει στα ιερατικά του καθήκοντα του.
Εκοιμήθη ο σπουδαίος ακαδημαϊκός δάσκαλος και πρωτοψάλτης Αθανάσιος Βουρλής. Διακεκριμένος καλλίφωνος Πρωτοψάλτης, Χοράρχης και Καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής. Γεννήθηκε στο χωριό Φίλια Καλαβρύτων το 1944 και πήρε τα πρώτα μαθήματα Βυζ. Μουσικής στην Ι. Μονή Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων όπου ηγούμενος ήταν ο θείος του Ευγένιος Βουρλής. Δάσκαλο του στην Ι. Μονή στη Μουσική είχε τον καλλίφωνο Πρωτοψάλτη Αιγίου και εξαίρετο δάσκαλο και μουσικό Ανδρέα Λέτσο. Με την προτροπή του θείου του γράφτηκε και φοίτησε στην Εκκλ. Σχολή Κορίνθου όπου διδάχτηκε Βυζ. Μουσική από τους ονομαστούς μουσικοδιδάσκαλους Δημ. Παναγιωτόπουλο – Κούρο (1958-1963) και Δημ. Μπονάτσο (1963-1965). Συγχρόνως ήταν και μέλος της Χορωδίας της Σχολής. Μετά την αποφοίτηση του μετέβη στην Αθήνα και γράφτηκε στο «Ωδείο Αθηνών» (1965) όπου είχε καθηγητή τον Ιωάννη Μαργαζιώτη. Μετά από ένα χρόνο μετέβη στη Θεσσαλονίκη όπου φοίτησε, παράλληλα με τις Πανεπιστημιακές του σπουδές στη Θεολογική Σχολή, στο «Μακεδονικό Ωδείο» όπου είχε καθηγητή τον Χαρ. Ταλλιαδώρο και έλαβε πτυχίο Βυζ. Μουσικής με «Άριστα». Στη συνέχεια έλαβε και Δίπλωμα Μουσικοδιδάσκαλου επίσης με «Άριστα» (1971). Η ψαλτική του σταδιοδρομία άρχισε από τον Ι. Ναό Μεταμορφώσεως Π. Κοκκινιάς όπου έψαλλε ως Λαμπαδάριος. Στη συνέχεια έψαλε στον Αγ. Χαράλαμπο Π. Άρεως, στον Άγιο Ελευθέριο Θεσ/κης για να συνεχίσει ως Πρωτοψάλτης στον Ι. Ναό Ευαγγελίστριας Τήνου και τον Ι. Ναό των Παμ. Ταξιαρχών Τήνου για την περίοδο 1975 – 76 και ακολούθως στους Αγιους Πάντες Καλλιθέας (1976 – 79). Το 1980 ανέλαβε καθήκοντα Πρωτοψάλτη και Χοράρχη στον Ι. Ναό Αγίας Μαρίνας Ανω Ιλισσίων, ενώ τα τελευταία χρόνια διηκόνησε το ιερό αναλόγιο του Προσκυνήματος Χριστού Σπάτων. Το 1974 έλαβε Δίπλωμα Μουσικοδιδάσκαλου και από το Ωδείο Πειραιώς. Δίδαξε Βυζ. Μουσική στην Εκκλ. Σχολή Τήνου, στη Σχολή Βυζ. Μουσικής του Ιερού Ιδρύματος καθώς και στις μοναχές της Ιεράς Μονής Κεχροβουνίου όπου έλαβε και τιμητικό Δίπλωμα. Δίδαξε επίσης στη Σχολή του Συλλόγου Φίλων Βυζ. Μουσικής Αθηνών (1978-80) σε πολλές Ιερές Μονές καθώς και σε πολλές ενοριακές Σχολές Β.Μ., όπως τις ενοριακές Σχολές Αγίας Μαρίνας Άνω Ιλισίων, Αγίου Δημητρίου Κηφισίας Αττικής και Ιεράς Μητρόπολης Μεσογαίας. Άριστος επιστήμων, πτυχιούχος Θεολογίας και Φιλολογίας και Καθηγητής στο Παν/μιο Αθηνών, είχε μετεκπαιδευτεί στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε και Σεμινάρια Μουσικολογίας ενώ συγχρόνως έψαλε και ως Πρωτοψάλτης στον Ι. Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου στην Κολωνία. Δημοσίευσε πλείστα άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά και υπήρξε τακτικός συνεργάτης των «Ιεροψαλτικών Νέων». Κυκλοφόρησε εκδόσεις Βυζ. Εκκλ. υμνολογίας, συνέθεσε πολλά μαθήματα, που παραμένουν ανέκδοτα και διέθετε πλούσια συλλογή δημοτικών τραγουδιών της ιδιαίτερης πατρίδας του. Σεμνός, με άριστο ήθος, αγνός, ιδεολόγος και ακάματος εργάτης της θεολογικής επιστήμης (η διδακτορική του διατριβή στο Π.Α. είχε ως θέμα τη λειτουργική μας μουσική) και της μουσικής, ο Αθ. Βουρλής, εργάστηκε με αυστηρή προσήλωση και σεβασμό προς τις λειτουργικές μας παραδόσεις, για την καλλιέργεια και πρόοδο της ψαλτικής τέχνης. Ας είναι αιωνία αυτού η μνήμη! Από το προφίλ του προέδρου της ΟΣΜΙΕ Δάσκαλε αιωνία σου η μνήμη.! Η γενιά σου δίδαξε πέραν της γνώσεως ήθος.Αυτό μένει.!
Δείτε αποκλειστικές φωτογραφίες από πιστούς στον Ιερό Ναό Αγίου Ιούδα Θαδδαίου Κερατέας.
Αγιώτατε Απόστολε, Άγιε Ιούδα Θαδδαίε, πιστέ υπηρέτη και φίλε του Ιησού, η Ορθοδοξία, σ’ όλον τον κόσμο σε τιμά και σε επικαλείτε ως Προστάτη των απελπισμένων υποθέσεων, αυτών για τις οποίες έχει χαθεί κάθε ελπίδα.
Προσευχήσου για μένα. Είμαι τόσο απελπισμένος/η και μόνος/η. Σε ικετεύω κάνε χρήση αυτής της ιδιαίτερης Χάρης που σου έχει δοθεί, να φέρνεις ορατή και γρήγορη βοήθεια όπου δεν υπάρχει καμμία σχεδόν ελπίδα βοηθείας.
Βοήθησέ με τούτη την ώρα της ανάγκης, για να μπορέσω να λάβω την παρηγοριά και την βοήθεια της Αγίας Τριάδος, σ’ όλες μου τις ανάγκες, δοκιμασίες, και βάσανα – (εδώ εκφράζετε το αίτημα της προσευχής Αγίου Ιούδα Θαδδαίου) – και να μπορώ να υμνώ τον Χριστό μαζί με σένα και με όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς.
Υπόσχομαι, ω ευλογημένε Άγιε Ιούδα Θαδδαίε, να ενθυμούμαι πάντοτε αυτή τη μεγάλη Χάρη. Να σε τιμώ πάντοτε, ιδιαίτερα ως τον πιο δυνατό προστάτη μου, και μ’ ευγνωμοσύνη να ενθαρρύνω την ευλάβεια προς εσένα, ΑΜΗΝ.
Ποιοι είναι οι έξι ιερείς της Μητρόπολης Μυτιλήνης που τέθηκαν σε αργία «μετ’ αποδοχών» δηλαδή δεν θα λειτουργούν πλέον στους ναούς τους, επειδή αρνήθηκαν να εμβολιαστούν κατά του κορονοιού. Σε πέντε ιερείς της Μητρόπολης Μυτιλήνης επιβλήθηκε αργία μετ’ αποδοχών και αφαίρεση οφικίων με απόφαση του Μητροπολίτη Μυτιλήνης λόγω της άρνησης τους να συμμορφωθούν στις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου περί εμβολιασμών για την αποφυγή της πανδημίας του κορωνοιού. Πρόκειται για τους ιερείς των ναών του Αγίου Γεωργίου και των Αγίων Θεόδωρων στην πόλη της Μυτιλήνης και τους ιερείς των χωριών Πλαγιά, Κώμη και Πηγή. Ας σημειωθεί ότι στον τελευταίο είχε επιβληθεί επιτίμιο και στη διάρκεια των ημερών του περσινού Πάσχα επειδή προέτρεπε τους πιστούς να εισέρχονται στο ναό χωρίς μάσκα. Σύμφωνα με την απόφαση του Μητροπολίτη Μυτιλήνης τα επιβληθέντα στους ιερείς – οι οποίοι δεν έχουν πλέον δικαίωμα να λειτουργούν – αίρονται αμέσως μόλις προβούν σε εμβολιασμό. Όπως έγινε γνωστό, εκτός των παραπάνω πέντε ιερέων αντίστοιχη πρακτική ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης ακολούθησε την περασμένη εβδομάδα και στην περίπτωση του ιερέα του νεκροταφειακού ναού του Αγίου Παντελεήμονα Μυτιλήνης ο οποίος επίσης τέθηκε σε αργία μετ’ αποδοχών ενώ επέστρεψε ως δεύτερος ιερέας χωρίς δικαίωμα να λειτουργεί στην οργανική του θέση στα Πάμφυλα.
Η απόφαση του Μητροπολίτη Μυτιλήνης δημιουργεί προβλήματα λειτουργικότητας σε πολλές ενορίες της Μητρόπολης Μυτιλήνης τα οποία αναμένεται σύντομα να δούμε πώς θα αντιμετωπισθούν.
Και συνάντηση συνετισμού
Να θυμίσουμε ότι όπως το «Ν» έγραψε την περασμένη Κυριακή η Μητρόπολη Μυτιλήνης σε μια ύστατη προσπάθεια συνετισμού και προκειμένου να αντιμετωπισθούν αντιρρήσεις και φόβοι ιερέων σχετικά με τον εμβολιασμό, οργάνωσε συνάντηση το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου 12 Φεβρουαρίου, με τη συμμετοχή μεγάλης ομάδας ανεμβολίαστων ιερέων και ειδικών γιατρών που ήρθαν στο νησί μετά από πρόσκληση του Μητροπολίτη.
Στη συνάντηση που έγινε στο πνευματικό κέντρο του Μητροπολιτικού Ναού της Μυτιλήνης, οι κορυφαίοι επιστήμονες μίλησαν με τους ιερείς, συζήτησαν τους προβληματισμούς τους παραθέτοντας επιστημονικά στοιχεία και τους κάλεσαν να εμβολιαστούν αφού δεν κινδυνεύουν.
Ας σημειωθεί ότι πληροφορίες αναφέρουν ότι είναι περίπου 30 οι ιερείς της Μητρόπολης Μυτιλήνης οι οποίοι δεν έχουν εμβολιαστεί ακόμα, προφασιζόμενοι άλλοι λόγους υγείας και άλλοι θρησκευτικούς και συνειδησιακούς λόγους.
Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Ι. Μ. Πειραιώς και, εν συνεχεία, στα διαδικτυακά μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις 14/02/2022, κείμενο από το «Γραφείο Αιρέσεων και Παραθρησκειών» της Ι. Μ. Πειραιώς με τον παραπλανητικό τίτλο: ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ «ΕΝ ΑΔΙΚΩ»; και υπότιτλο (Αναφορά στην εισήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Καμερούν κ. Γρηγορίου). Εξ αφορμής του, από πάσης απόψεως, απαράδεκτου αυτού κειμένου σημειώνονται τα εξής:
Οι ιθύνοντες νόες του «Γραφείου Αιρέσεων και Παραθρησκειών» της ως άνω Μητροπόλεως θα πρέπει να ασχοληθούν όντως με τις Αιρέσεις και τις Παραθρησκείες που δραστηριοποιούνται στον τόπο μας και να σταματήσουν να υβρίζουν, εργολαβικώς, τη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και να κρίνουν και να κατακρίνουν τις αποφάσεις των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων.
Κατά τη γνωστή τους τακτική -τακτική που, άλλωστε, χρησιμοποιούν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι διάφορες σέκτες- οι απαρτίζοντες το συγκεκριμένο Γραφείο απομονώνουν λέξεις και φράσεις από τη συνάφεια ενός κειμένου, τις διαστρέφουν και τις ερμηνεύουν κατά τη δική τους λογική, παρουσιάζοντας μια ανεστραμμένη πραγματικότητα ή, επί το λαϊκότερο, το άσπρο ως μαύρο και τη μέρα ως νύκτα.
Οι αναφορές της Εισηγήσεώς μου στην Ιεραρχία του Αλεξανδρινού Θρόνου περί «εσωτερικού προβλήματος» κ. λπ. είχαν ως αφορμή δημοσιεύματα φιλορωσικών μέσων ενημέρωσης για Αρχιερείς του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας που δήθεν στηρίζουν τις ρωσικές θέσεις.
Στην εν λόγω Σύνοδο δεν εκφράστηκε καμία απολύτως διαφωνία από τους αγίους Αρχιερείς για το θέμα της αναγνωρίσεως της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ουκρανίας εκ μέρους του Μακαριωτάτου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας κ. κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, όσο και για τις αποφάσεις που έλαβε η Σύνοδος σχετικώς με το θέμα της Εισπηδήσεως του Πατριαρχείου της Ρωσίας στο κανονικό έδαφος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Τα υπόλοιπα αποτελούν προϊόν νοσηράς φαντασίας…
Τις θέσεις του Παλαιφάτου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας εκφράζουν ο Πρώτος αυτού, Μακαριώτατος Πάπας και Πατριάρχης Αλέξανδρείας κ. κ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ, και τα αρμόδια Συνοδικά όργανα και όχι οι αναλύσεις δήθεν «εγκρίτων και αγωνιστικών» ιστολογίων και εμμονικών εγκεφάλων.
Καλείται ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς, ο οποίος έχει την πλήρη και αποκλειστική ευθύνη για τα όσα εκπορεύονται από το συγκεκριμένο Γραφείο να ανακαλέσει πάραυτα το προαναφερθέν κείμενο, να επιπλήξει αυστηρότατα τους συντάκτες του και να εκζητήσει τη συγγνώμη του Αποστολικού Θρόνου του αγίου Μάρκου για το βαρύτατο σκανδαλισμό των πιστών με τα όσα απαράδεκτα και ψευδή αφήνονται να εννοηθούν μέσα από το δημοσίευμα αυτό, όσο και για την απρέπεια να υποδεικνύεται στο Δευτερόθρονο Πατριαρχείο πώς θα πρέπει να πορεύεται και να ενεργεί.
Το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων (ΤΕΕΣ) του Πατριαρχείου Μόσχας θεωρεί απαραίτητο να αναιρέσει τις ανυπόστατες από κανονική και θεολογική άποψη κατηγορίες σε βάρος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, τις οποίες εξαπέλυσε ο Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Γρηγόριος σε πρόσφατες συνεντεύξεις που παραχώρησε. Υπό τη μορφή της εκκλησιαστικής κανονικής αναλύσεως ο Σεβασμιώτατος Περιστερίου διαδίδει ψευδείς, συκοφαντικές κατηγορίες ότι δήθεν η Ρωσική Εκκλησία επί 30 χρόνια ετοίμαζε τη «στρατηγική» εισπήδησης στο κανονικό έδαφος άλλων κατά τόπους Εκκλησιών, και ότι δήθεν διεκδικεί παγκόσμια δικαιοδοσία στον ορθόδοξο κόσμο και ότι δήθεν παρόμοιες αξιώσεις έχουν τάχα καταγραφεί στον Καταστατικό Χάρτη της. Το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων με πλήρη ευθύνη δηλώνει: ούτε οι προηγούμενες, αλλά ούτε και η ισχύουσα εκδοχή του Καταστατικού Χάρτη της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, το κείμενο του οποίου είναι προσβάσιμο δημοσίως, δεν επιβουλεύονται τα κανονικά όρια των άλλων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Στον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας απαριθμούνται τα κράτη, τα οποία συγκροτούν το κανονικό έδαφός της: «Η δικαιοδοσία της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας περιλαμβάνει τα πρόσωπα του ορθόδοξου δόγματος, τα οποία διαβιούν στο κανονικό έδαφος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, στη Ρωσική Ομοσπονδία, την Ουκρανία, τη Δημοκρατία της Λευκορωσίας, τη Δημοκρατία της Μολδαβίας, τη Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, τη Δημοκρατία του Καζακστάν, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, τη Δημοκρατία της Κιργιζίας, τη Δημοκρατία της Λετονίας, τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, τη Μογγολία, τη Δημοκρατία του Τατζικιστάν, το Τουρκμενιστάν, τη Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν, τη Δημοκρατία της Εσθονίας, την Ιαπωνία, καθώς επίσης και τους ορθοδόξους χριστιανούς, οι οποίοι διαβιούν σε άλλες χώρες και υπάγονται εθελουσίως στη δικαιοδοσία της» (I. 3). Απολύτως αβάσιμες είναι και οι απερίσκεπτες επαναλήψεις από τον μητροπολίτη Γρηγόριο των τετριμμένων κατηγοριών σε βάρος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας περί εθνοφυλετισμού. Εάν ο μητροπολίτης Γρηγόριος έκανε τον κόπο να μελετήσει τον Καταστατικό της Χάρτη, ουδέποτε δεν θα έβρισκε τη διατύπωση ότι στη δικαιοδοσία της υπάγονται «τα όπου γης πρόσωπα ρωσικής καταγωγής». Μάλιστα, στις πρώτες ήδη γραμμές αυτού του εγγράφου θα ανακάλυπτε τη φράση ότι «Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι πολυεθνική Τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία, η οποία τελεί σε δογματική και σε λατρευτική και κανονική κοινωνία με τις άλλες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες». Αυτή η διατύπωση αναιρεί πλήρως τα παράλογα κατασκευάσματα του Έλληνα θεολόγου ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία δήθεν μόνη της ακύρωσε τις αιτίες του αυτοκεφάλου της, επειδή τάχα δεν σέβεται τα όρια των άλλων κατά τόπους Εκκλησιών και διέκοψε την κοινωνία με ορισμένες εξ αυτών. Η Ρωσική Εκκλησία παραμένει σε κοινωνία με το πλήρωμα της Ορθοδοξίας, σέβεται τα όρια των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες δεν μολύνθηκαν από την κοινωνία και το συλλείτουργο με τους σχισματικούς και διατηρεί κοινωνία με αυτές τις Εκκλησίες. Η αναστολή της κοινωνίας με εκείνες τις κατά τόπους Εκκλησίες και εκείνους τους ιεράρχες, οι οποίοι δέχθηκαν σε κοινωνία τους αφορισμένους και μη διαθέτοντες κανονική χειροτονία «ιεράρχες» του σχίσματος, δικαιολογείται από τον ιερό κανόνα: «Εἰ δὲ φανείῃ τις τῶν ἐπισκόπων, ἢ πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων, ἤ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἂν συγχέοντα τὸν κανόνα τῆς ἐκκλησίας» (Β΄ Αντιοχ. Ι΄ και ΙΑ΄ Αποστολ.). Εγγράφως θεμελιωμένα προηγούμενα κοινών ορθοδόξων αποφάσεων περί προσωρινής ή οριστικής άρσης του αυτοκεφάλου δεν υπάρχουν. Η κατάργηση του καθεστώτος των μεν ή των δε κατά τόπους αυτοκεφάλων Εκκλησιών, λ.χ. στο έδαφος της Βυζαντινής ή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πραγματοποιούνταν από τις κοσμικές Αρχές και βάσει κοσμικών εγγράφων. Πολύ περισσότερο που παρόμοιες αποφάσεις δεν μπορούν να ληφθούν από τη λεγόμενη «Σύνοδο της Πενταρχίας», για την οποία κάνει λόγο ο μητροπολίτης Περιστερίου Γρηγόριος. Είμαστε αναγκασμένοι να υπενθυμίσουμε ότι η θεωρία της «Πενταρχίας» διαμορφώθηκε στην ορθόδοξη Ανατολή τον 6ο-8ο αι., αλλά ουδέποτε δεν έτυχε καθολικής αποδοχής στον χριστιανικό κόσμο. Πρώτον, δεν την αποδέχθηκε η Εκκλησία της Ρώμης. Δεύτερον, αυτή η θεωρία αγνοούσε άλλες υφιστάμενες εκείνη τη στιγμή αυτοκέφαλες Εκκλησίες, ειδικότερα δε της Γεωργίας και της Κύπρου. Αφότου στα τέλη του 16ου αι. οι τέσσερις Πατριάρχες της Ανατολής – Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων – αναγνώρισαν την πατριαρχική αξία του Προκαθημένου της αυτοκεφάλου Ρωσικής Εκκλησίας, ο τελευταίος κατέλαβε την πέμπτη θέση στα ιερά δίπτυχα των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Την εποχή της η ιδέα της «Πενταρχίας» χρησιμοποιήθηκε από ορισμένους θεολόγους ως σύμβολο και μορφή της ισοτιμίας των Προκαθημένων των κατά τόπους Εκκλησιών ως αντιστάθμιση στις αξιώσεις των εικονομάχων Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως και της απολυταρχίας της παπικής εξουσίας στην Εκκλησία της Ρώμης. Είναι θλιβερό σήμερα να παρατηρεί κανείς πώς ο Σεβασμιώτατος Περιστερίου χρησιμοποιεί το δόγμα της «ομοφρόνου συμφωνίας των πέντε πατριαρχών» (Οσίου Θεοδώρου Στουδίτη, Επιστολή 478), προκειμένου να απορρίψει την ισοτιμία των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών υπέρ των καινοτόμων παπικού τύπου αξιώσεων της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε με σεβασμό αντιμετώπιζε τα Πατριαρχεία της Ανατολής, επί αιώνες τους παρείχε κάθε υποστήριξη και σήμερα αγωνίζεται ακάματα ώστε στις συνθήκες των κλιμακούμενων διωγμών κατά των χριστιανών της Μέσης Ανατολής τα Πατριαρχεία αυτά να παραμείνουν στο ιστορικό τους έδαφος. Όσον δεν αφορά στην Πατριαρχική Εξαρχία στην Αφρική, οι εξαιρετικές αιτίες και περιστάσεις της συστάσεώς της περιγράφονται στην από 28ης Ιανουαρίου 2022 Δήλωση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ειδικότερα, τονίσθηκε ότι η ίδρυση της Εξαρχίας «δεν αποτελεί έκφραση διεκδικήσεων επί του κανονικού εδάφους της παλαιφάτου Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, αλλά επιδιώκει έναν και μοναδικό σκοπό: να παρασχεθεί κανονική προστασία σε εκείνους τους ορθοδόξους κληρικούς της Αφρικής, οι οποίοι δεν επιθυμούν να συμμετάσχουν στην παράνομη νομιμοποίηση του σχίσματος στην Ουκρανία». Ο μητροπολίτης Περιστερίου Γρηγόριος ερμηνεύει εσφαλμένως τον διαχωρισμό της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως τον 15ο αι., χαρακτηρίζοντας αυτό «σχίσμα». Σημειωτέον είναι ότι η διάσπαση μεταξύ της Δυτικής και της Ανατολικής Εκκλησίας το 1054 ο μητροπολίτης Περιστερίου δεν τη θεωρεί σχίσμα, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται περί απλής «διακοπής κοινωνίας δυο Πατριαρχείων για κάποια διαφωνία». Θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι ο διαχωρισμός της Ρωσικής Εκκλησίας από εκείνη της Κωνσταντινουπόλεως έγινε καταναγκαστικά εξαιτίας της προσχωρήσεως του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην ουνία το 1439 και αφότου ο απεσταλμένος του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στον θρόνο της Μόσχας μητροπολίτης Ισίδωρος μνημόνευσε τον Πάπα της Ρώμης στη Θεία Λειτουργία και ανακοίνωσε την επανένωση με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Μετά την επιστροφή από την ουνία η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως η οποία και παλαιότερα εξέπεσε επανειλημμένως της Ορθοδοξίας, ουδέποτε δεν χαρακτήρισε ως σχίσμα την απόκτηση αυτοτέλειας της Ρωσικής Εκκλησίας. Έτσι, π.χ. το 1561 ο Παναγιώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάσαφ Β΄ και 36 ιεράρχες της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως ενέκριναν συνοδικώς τη στέψη ως βασιλιά του Ρώσου τσάρου Ιωάννου του Τρομερού, που είχε τελέσει ο μητροπολίτης Μόσχας Μακάριος, χωρίς να φέρουν τον παραμικρό αντίλογο κατά της κανονικότητας της τελέσεώς της και των αρμοδιοτήτων του μητροπολίτη Μακαρίου. Επιπλέον, ο Πατριάρχης απέστειλε στον μητροπολίτη Μακάριο αδελφική «Επιστολή Διδακτική εκ των Θείων Γραφών», εκφράζοντας ανησυχία για τη διάδοση «στα εδάφη σας της Μικράς Ρωσίας» του λουθηρανισμού και καλώντας να διαφυλάξει ακραδάντως την Ορθοδοξία, πράγμα, που θα ήταν εντελώς άτοπο, εάν απευθυνόταν σε έναν σχισματικό. Ο Σεβασμιώτατος Περιστερίου σκανδαλωδώς αντιπαραβάλλει την απονομή της πατριαρχικής αξίας και περιωπής στη Ρωσική Εκκλησία το 1593 με τη χορήγηση της αυτοκεφαλίας στο ουκρανικό σχίσμα το 2018, θεωρώντας και τις δύο διαδικασίες σχεδόν ταυτόσημες. Παρόμοια αντιπαραβολή δεν είναι ορθή. Στην πρώτη περίπτωση λόγος γίνεται για συνοδική απόφαση, επειδή η προσπάθεια του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία Β΄ να ενεργήσει μονομερώς στο ζήτημα δεν έτυχε έγκρισης από τους άλλους Πατριάρχες της Ανατολής. Με επιμονή του Αγίου Μελετίου Πηγά, Πατριάρχη Αλεξανδρείας, το καθεστώς του Πατριαρχείου εγκρίθηκε για τη Ρωσική Εκκλησία συνοδικώς, με την Πράξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του 1593 στην Κωνσταντινούπολη και υπογράφηκε από όλους τους Πατριάρχες της Ανατολής. Στο κείμενό της δεν υπάρχει ουδεμία λέξη περί δήθεν εγκρίσεως του αυτοκεφάλου της Ρωσικής Εκκλησίας, το οποίο εκείνη τη στιγμή de facto ήδη ήταν αναγνωρισμένο από το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τουναντίον, στην περίπτωση της αναγνωρίσεως του ουκρανικού σχίσματος το 2018 πρόκειται περί μονομερούς από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως νομιμοποίησης της κανονικής θέσεως προσώπων, τα οποία δεν διαθέτουν κανονική χειροτονία, ούτε καν την αποστολική διαδοχή. Ο μητροπολίτης Περιστερίου Γρηγόριος επιμένει στα δήθεν ειδικά προνόμια των Εκκλησιών, οι οποίες μνημονεύονται στις Πράξεις των Οικουμενικών Συνόδων έναντι των νεοπαγών Εκκλησιών. Επίσης επινοεί τη φανταστική διαίρεση των Πατριαρχείων σε κάποια «πατριαρχεία των πόλεων» και «πατριαρχεία των περιφερειών», που δεν θεμελιώνονται στο κανονικό δίκαιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο Σεβασμιώτατος Περιστερίου δηλώνει κυριολεκτικά το εξής: «Πατριαρχείο Μόσχας – δεν υπάρχει τέτοιος τίτλος». Να του θυμίσουμε το κείμενο της Πράξεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του 1593: «…τῷ Πατριαρχικῷ θρόνῳ Μοσκόβου καὶ πάσης Ῥωσίας, καὶ τῶν Ὑπερβορείων μερῶν, ἔχειν τὸν τόπον αὐτοῦ μετὰ τὸν παναγιώτατον Ἱεροσολύμων ἐν τε τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις καὶ ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς συνελεύσεσιν…τῆς δὲ παροικίας ἐκείνης Μοσκόβου καὶ πάσης Ῥωσσίας καὶ τῶν Ὑπερβορείων μερῶν κεφαλὴν εἶναι…ἀδελφὸν τε εἶναι καὶ λέγεσθαι τῶν ὀρθοδόξων πατριαρχῶν μετὰ ταύτης τῆς ἐπωνυμίας, ὁμοταγῆ καὶ σύνθρονον, ἴσον τε τῇ τάξει καὶ τῇ ἀξίᾳ ἐπιγράφεσθαί τε καὶ ὑπογράφεσθαι κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν ὀρθοδόξων πατριαρχῶν Πατριάρχης Μοσκόβου καὶ πάσης Ῥωσσίας καὶ τῶν Ὑπερβορείων μερῶν». Στο κείμενο της προαναφερθείσης συνοδικής Πράξεως τονίζεται ιδιαιτέρως η ισοτιμία του Πατριάρχη Μόσχας έναντι των λοιπών Προκαθημένων των παλαιφάτων Εκκλησιών. Όπως προκύπτει από το κείμενο, η Σύνοδος επίσης παραχωρεί στον Πατριάρχη Μόσχας την πέμπτη θέση στα ιερά δίπτυχα μετά το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Η γνώμη του μητροπολίτη Περιστερίου ότι η πέμπτη θέση της Ρωσικής Εκκλησίας στα ιερά δίπτυχα «είναι σφάλμα το οποίο θέλει διόρθωση» και η πρότασή του να τοποθετηθεί στη θέση της η Εκκλησία της Κύπρου, προσκρούει απευθείας στα εκκλησιαστικά έθιμα και την κοινώς αναγνωρισμένη συνοδική απόφαση της Ορθοδόξου Εκκλησίας και μπορεί να εξηγηθεί μόνον από την οξεία ανάγκη ανεύρεσης πολιτικών συμμάχων. Μεγάλη απορία προκαλούν οι δηλώσεις του Σεβασμιωτάτου Περιστερίου ότι δήθεν το δικαίωμα χορήγησης αυτοκεφαλίας κατέχουν αποκλειστικά οι «πρεσβυγενείς» κατά τόπους Εκκλησίες, μάλιστα η καθεμία εξ αυτών χωριστά. Η τάξη χορήγησης αυτοκεφαλίας δεν περιγράφεται στους ιερούς κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας και συμφωνήθηκε εσχάτως από όλες τις κοινώς αναγνωρισμένες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Κωνσταντινουπόλεως και της Ελλάδας, στις συνεδριάσεις της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής στο Σαμπεζύ τον Νοέμβριο του 1993 και τον Δεκέμβριο του 2009. Αυτή η τάξη προέβλεπε τον συνδυασμό της αρμοδιότητας της κυρίαρχης Εκκλησίας, η οποία εξετάζει τις εκκλησιολογικές, κανονικές και ποιμαντικές προϋποθέσεις χορήγησης αυτοκεφαλίας, την πανορθόδοξη συναίνεση και τον συντονιστικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριάρχη. Αργότερα, η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως απέρριψε δημοσίως αυτό το έγγραφο και διακήρυξε το αποκλειστικό δικαίωμά της να χορηγεί αυτοκέφαλα μονομερώς. Η θέση δε του μητροπολίτη Περιστερίου προτείνει ένα νέο υπόδειγμα χορήγησης αυτοκεφάλου, πρωτοφανές για τις κατά τόπους Εκκλησίες. Αυθαίρετοι και ατεκμηρίωτοι είναι και οι ισχυρισμοί του Σεβασμιωτάτου Περιστερίου ότι δήθεν το αυτοκέφαλο χορηγήθηκε στη Ρωσική Εκκλησία υπό περιοριστικούς όρους να παραμείνει εντός των ορίων της Ρωσίας και να διατηρεί την ευχαριστιακή κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες. Η Ρωσική Εκκλησία δήθεν αθέτησε αυτούς τους όρους και δήθεν συνεπεία τούτων το αυτοκέφαλό της δύναται να αρθεί από τη Σύνοδο επιλεγμένων Προκαθημένων, στους οποίους αποδίδεται κάποιο ιδιαίτερο καθεστώς και προνόμια εντός της Εκκλησίας. Η απονομή του αυτοκεφάλου ή της πατριαρχικής αξίας σε μια Τοπική Εκκλησία συνιστά πράξη άνευ προϋποθέσεων και δεν μπορεί να περιορισθεί ή να ανακληθεί. Το κανονικό έδαφος καθενός εκ των υφισταμένων σήμερα Πατριαρχείων, μεταξύ άλλων και το περιγραφέν από τις Οικουμενικές Συνόδους, επεκτάθηκε κατ’ επανάληψιν και αναθεωρήθηκε εξαιτίας αντικειμενικών ιστορικών διαδικασιών και δεν περιορίζεται στο έδαφος ενός οποιουδήποτε κράτους. Μεταξύ άλλων και το κείμενο της Πράξεως της Συνόδου των Πατριαρχών της Ανατολής του 1593 σχετικά με τα όρια της δικαιοδοσίας του Πατριάρχη Μόσχας αναφέρει μόνον «πάσης Ῥωσίας, καὶ τῶν Ὑπερβορείων μερῶν» χωρίς διευκρινίσεις. Η σημερινή ηγεσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατέβαλε μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια να αναθεωρήσει αυθαιρέτως τα μακραίωνα όρια των κατά τόπους Εκκλησιών, να ανακαλέσει οικείες αυτού και επικυρωθείσες συνοδικά Πράξεις με ιστορία τριών αιώνων, ερμηνεύοντας στρεβλωτικά το προφανές μέχρι πρότινος περιεχόμενό τους και παρουσιάζοντας την οικεία αυτών θέση ως αγιοπατερική και κοινή εκκλησιαστική. Οι μονομερείς ενέργειες του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Ουκρανία: η αντικανονική αναγνώριση του ουκρανικού εκκλησιαστικού σχίσματος, μεταξύ άλλων και προσώπων, τα οποία δεν διαθέτουν κανονική χειροτονία, και η απονομή σε αυτά του «αυτοκεφάλου» καθεστώτος παρά τη θέληση της ιεραρχίας, του ευαγούς κλήρου και των πιστών της κανονικής Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, είχαν δεινές συνέπειες όχι μόνον για την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά και για την ενότητα της κοινής θεολογικής ερμηνείας των βασικών κανονικών και εκκλησιολογικών αρχών. Οδήγησαν στην ακραία πολιτικοποίηση της ορθόδοξης θεολογίας και την υποβάθμιση της στο επίπεδο κενής σοφιστικής, που θυμίζει την εποχή του αρειανισμού, όπως έγραψε περί τούτου ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Ἐπεὶ δὲ πᾶσαν εὐσεβείας ὁδὸν καταλύσαντες πρὸς ἓν τοῦτο βλέπουσι μόνον, ὅ τι δήσουσιν ἢ λύσουσι τῶν προβαλλομένων, – καθάπερ ἐν τοῖς θεάτροις οἱ τὰ παλαίσματα δημοσιεύοντες, καὶ τῶν παλαισμάτων οὐχ ὅσα πρὸς νίκην φέρει κατὰ νόμους ἀθλήσεως, ἀλλ’ ὅσα τὴν ὄψιν κλέπτει τῶν ἀμαθῶν τὰ τοιαῦτα καὶ συναρπάζει τὸν ἐπαινέτην». Το θράσος και η φαντασιοπληξία των σημερινών πειραματιστών στο πεδίο της θεολογίας και της εκκλησιολογίας δεν θεμελιώνεται επί της διδασκαλίας της Εκκλησίας και της ιστορικά διαμορφωθείσης πρακτικής της ζωής της, αλλά επί της πολιτικής συγκυρίας. Οι κατά φαντασίαν ιδέες του μητροπολίτη Περιστερίου προβλέπουν την ταξινόμηση όλων των υφισταμένων κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών σε Εκκλησίες πρώτης και δευτέρας κατηγορίας. Οι της πρώτης κατηγορίας είναι εκείνες, που αναφέρονται στις Πράξεις των Οικουμενικών Συνόδων: τα πρώτα τέσσερα Πατριαρχεία (χωρίς εκείνο της Ρώμης) και η Εκκλησία της Κύπρου. Οι δε λοιπές Εκκλησίες είναι δευτέρας κατηγορίας. Οι πρώτες οφείλουν να κυριαρχούν επί των δευτέρων, λαμβάνοντας αποφάσεις αντ’ αυτών. Όλα αυτά ομοιάζουν με άθλια και κανονικά ανυπόστατη δημαγωγία, που αποβλέπει στη δικαιολόγηση των ενεργειών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για τη νομιμοποίηση του ουκρανικού σχίσματος, το εσφαλμένο των οποίων χρόνο με το χρόνο καθίσταται ολοένα και πιο εμφανές.
Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία: Η ευχαριστιακή νηστεία και η Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων – (ιστορικοκανονική προσέγγιση).
Αναμφισβήτητα η Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων διασώζει αρχαία λειτουργική πρακτική[1], αλλά κυρίως το ασκητικό ήθος και την πνευματικότητα της Ορθοδόξου παραδόσεως μέχρι τις ημέρες μας.
Η περίοδος της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η κατ’ εξοχήν πένθιμη περίοδος της Εκκλησίας μας. Το πένθος δηλούται με την απαγόρευση τελέσεως εορταστικών εκδηλώσεων και ακολουθιών[2], αλλά και με δύο πρακτικές που σχετίζονται άμεσα με το υπό εξέταση θέμα: με την καθιέρωση αυστηρότατης νηστείας και με την απαγόρευση τελέσεως Θ. Λειτουργίας τις καθημερινές ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής.
1. Η νηστεία των καθημερινών καθ’ όλη τη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής, προβλέπει πλήρη ασιτία μέχρι την ενάτη ώρα (3:00 μμ) κατά την οποία ο Κύριος παρέδωσε επί του Σταυρού το Πνεύμα Του[3]. Οι κανονικές διατάξεις που προβλέπουν την νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής είναι οι κανόνες Αποστ-69 και Λαοδ-50[4], οι οποίοι έχουν επικυρωθεί από τον Στ-2.
2. Δεν επιτρέπεται η προσφορά της Αναιμάκτου Θυσίας με την τέλεση πλήρους Θ. Λειτουργίας κατά τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής[5], διότι ο πανηγυρικός-αναστάσιμος χαρακτήρας της Θ. Λειτουργίας δεν συνάδει με το πένθος της περιόδου αυτής[6]. Ωστόσο, η απαγόρευση τελέσεως Θ. Λειτουργίας κατά τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής προσέκρουε στην αρχαία συνήθεια σύμφωνα με την οποία οι πιστοί κοινωνούσαν πολύ τακτικά, τουλάχιστον τέσσερις φορές την εβδομάδα[7].
Η ανάγκη αυτή θεραπεύθηκε με την καθιέρωση της ακολουθίας των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, η οποία, επειδή «επιτελείται … συνεσκιασμένως και πενθηρώς»[8], μπορεί να τελείται όλες τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής[9], αλλά τις δύο πλέον σεβάσμιες ημέρες (Τετάρτη και Παρασκευή) επιβάλλεται η τέλεσή της και από τις σχετικές τυπικές διατάξεις.
Ο ιστορικός Σωκράτης (4ος αι.) μας διασώζει αρχαία παράδοση: «Εν Αλεξανδρεία, τη Τετράδι και τη λεγομένη Παρασκευή Γραφαί τε αναγινώσκονται, και οι διδάσκαλοι ταύτας ερμηνεύουσι, πάντα τε τα της συνάξεως γίνεται, δίχα της των μυστηρίων τελετής. Και τούτον εστιν εν Αλεξανδρεία έθος αρχαίον»[10].
Η Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία οργανώθηκε λειτουργικά σε συνδυασμό με την Ακολουθία του Εσπερινού, στο τέλος της οποίας παρατίθενται τα αγιασμένα σε προηγούμενη Θ. Λειτουργία Τίμια Δώρα για να μεταλάβουν εξ αυτών οι πιστοί. Γιατί όμως η Προηγιασμένη να συνδεθεί με την Ακολουθία του Εσπερινού και όχι του Όρθρου, ώστε να μπορούν οι πιστοί να κοινωνήσουν το πρωί, όπως γίνεται με τις Θ. Λειτουργίες της Κυριακής και του Σαββάτου;
Κατά τον αείμνηστο Ιω. Φουντούλη, προφανώς τα Κυριακά λόγια ότι «οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος… ὅσον χρόνον ἔχουσιν τὸν νυμφίον μετ’ αὐτῶν οὐ δύνανται νηστεύειν» (Μαρκ. 2, 19) είχαν καθοριστική επίδραση στο σημείο αυτό: με τη Θ. Κοινωνία ο Νυμφίος συνδέεται με την αγαπώσα αυτόν ψυχή και έτσι οι «υιοί του νυμφώνος» δεν μπορούν πλέον να συνεχίζουν να νηστεύουν. Γι’ αυτό η Θ. Λειτουργία τελείται το πρωί της Κυριακής και του Σαββάτου, ενώ τις καθημερινές που οι πιστοί πενθούν νηστεύοντας όλη την ημέρα, κοινωνούν μετά την ενάτη ώρα και τον Εσπερινό και στη συνέχεια λαμβάνουν νηστίσιμη τροφή (ξηροφαγία). Δηλαδή, η Θ. Κοινωνία στην Προηγιασμένη προσδιορίστηκε χρονικά βάσει της νηστείας της «ενάτης» και δεν μπορεί παρά να είναι το επιστέγασμα της ολοημέρου ασιτίας η οποία καταλύεται με την ξηροφαγία. Αυτό υπονοεί ο ιερός Χρυσόστομος λέγοντας «Ἰδοὺ, τὴν ἡμέραν ἄσιτοι διετελέσαμεν σήμερον ἅπασαν, καὶ τράπεζαν ἐν ἑσπέρᾳ παραστησόμεθα οὐχ ὁμοίαν τῇ χθεσινῇ τραπέζῃ, ἀλλ’ ἐνηλλαγμένην καὶ σεμνοτέραν»[11].
Συν τω χρόνω, όμως, επειδή οι πιστοί δεν ήταν σε θέση είτε να παρακολουθήσουν τη Προηγιασμένη το απόγευμα ή να παραμείνουν τελείως άσιτοι για να κοινωνήσουν στο τέλος του Εσπερινού, παρουσιάστηκε η ανάγκη προσφυγής στην εκκλησιαστική οικονομία. Η Εκκλησία εφαρμόζοντας την οικονομία επέτρεψε την τέλεση της Προηγιασμένης το πρωί, πρακτική η οποία έχει πλέον καθιερωθεί[12]. Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται μία προσπάθεια επιστροφής στην αρχαία πράξη της Εκκλησίας με την τέλεση της Προηγιασμένης στην «ώρα» της, δηλ. το απόγευμα, κατά τον Εσπερινό.
‘Όμως, η άμβλυνση του ασκητικού φρονήματος, και συνακόλουθα της νηστείας, με την απώλεια της ξηροφαγίας της «ενάτης» ως του κανόνος της νηστείας της Μ. Τεσσαρακοστής, και η παράλληλη επιστροφή στην αρχαία λειτουργική πράξη έθεσε το ερώτημα: ποια νηστεία πρέπει να τηρήσει όποιος θέλει να κοινωνήσει σε απογευματινή Προηγιασμένη;
Νομίζουμε ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω η απάντηση είναι μία: ολοήμερη ασιτία μέχρι τη Θ. Κοινωνία. Η Προηγιασμένη γεννήθηκε και διαμορφώθηκε μέσα σε αυτό το πλαίσιο της αυστηρότητος της νηστείας, και δεν είναι επιτρεπτό να αποκοπεί από αυτό. Ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης (15ος αι.) είναι σαφής: «Η προηγιασμένη Λειτουργία άνωθεν και εκ των διαδόχων των Αποστόλων εστίν… και αληθώς των Αποστόλων είναι αυτή πιστεύομεν, εξ αρχής γεγενημένην δι’ αυτήν την νηστείαν. ώστε πενθείν και μη εορτάζειν ημάς εν ταις του πένθους ημέραις… Και περί μεν την ενάτην ώραν ταύτην τελούμεν την τελετήν (την Προηγιασμένη), αποσώζοντες τον όρον της νηστείας, άπαξ προς την εσπέραν εσθίειν τετυπωμένου»[13].
Επιπλέον, σύμφωνα με την κανονική και λοιπή εκκλησιαστική παράδοση, η νηστεία που έχει καθιερώσει η Εκκλησία μας για τη συμμετοχή στη Θ. Ευχαριστία είναι η αφ’ εσπέρας τέλεια αποχή από οτιδήποτε βρώσιμο και πόσιμο[14].
Η κανονική παράδοση επ’ αυτού είναι κατηγορηματική:
1. Σύμφωνα με τον Καρθ-47 (κατά το Πηδάλιο -50) τα «άγια» προσφέρονται από «νηστικών» ανθρώπων. Μάλιστα ο κανόνας μνημονεύει απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία όμως δεν έχει διασωθεί[15].
2. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Καρθ-41 (κατά το Πηδάλιο -48)[16]:
α. Στα «Άγια θυσιαστηρίου» μόνο «νηστικοί άνθρωποι» μπορούν να προσέλθουν.
β. Η εξαίρεση που προβλέπει ο κανόνας σύμφωνα με την οποία τη Μ. Πέμπτη «ἐν ᾗ τὸ Κυριακὸν δεῖπνον ἐπιτελεῖται» μπορούν να προσέλθουν στη Θ. Κοινωνία και μη νηστικοί δεν ισχύει μετά την ρητή τροποποίησή του από τον Στ-29. Η Στ’ εν Τρούλω Οικουμενική θεώρησε τη διάταξη αυτή ως προσωρινή οικονομία των Πατέρων της Καρχηδόνος, και την ακυρώνει σημειώνοντας επί λέξει: «Μηδενὸς οὖν ἡμᾶς ἐνάγοντος καταλιπεῖν τὴν ἀκρίβειαν, ὁρίζομεν, ἀποστολικαῖς καὶ πατρικαῖς ἑπόμενοι παραδόσεσι, μὴ δεῖν ἐν Τεσσαρακοστῇ τῇ ὑστέρᾳ ἑβδομάδι τὴν Πέμπτην λύει, καὶ ὅλην τὴν Τεσσαρακοστὴν ἀτιμάζειν». Για τους Πατέρες της Στ΄ Οικουμενικής η τήρηση της ευχαριστιακής νηστείας-ασιτίας θεμελιώνεται σε «αποστολικές και πατερικές παραδόσεις», η τυχόν δε περιφρόνησή της, ακόμα και τη Μ. Πέμπτη, οδηγεί σε «ατίμωση» όλης της Τεσσαρακοστής!
γ. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η τελευταία φράση του Καρθ-41 (κατά το Πηδάλιο -48): διασώζει την αρχαία πράξη σύμφωνα με την οποία η Εξόδιος Ακολουθία, ετελείτο στα πλαίσια της Θ. Λειτουργίας. Τι θα συνέβαινε όμως αν έπρεπε να τελεσθεί η Εξόδιος το απόγευμα, ενώ αυτοί που θα ιερουργούσαν είχαν ήδη γευματίσει; Η Εκκλησία, ασφαλώς, ασκεί την οικονομία. Προσοχή όμως! Όχι προς την κατεύθυνση της άρσεως της προ της Θ. Κοινωνίας νηστείας (ασιτίας), αλλά με την τέλεση μόνο της Εξοδίου Ακολουθίας άνευ Θ. Λειτουργίας («μόναις εὐχαῖς ἐκτελεσθῇ»)! Τόσο αυστηρή και ανελαστική ήταν η αρχαία Εκκλησία ως προς το ζήτημα απόλυτης νηστείας (ασιτίας) προ της Θ. Κοινωνίας. Δεν ασκούσε την οικονομία για κατάλυση της ευχαριστιακής νηστείας ούτε στην περίπτωση της Εξοδίου Ακολουθίας!
Η εκκλησιαστική οικονομία εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση επικειμένου θανάτου σύμφωνα με ρητή κανονική διάταξη του Αγ. Νικηφόρου Ομολογητού (9ος αι.) «Δει μεταδιδόναι της θείας Κοινωνίας τω ασθενούντι αποθανείν κινδυνεύοντι, και μετά το γεύσασθαι βρώσεως» (κανών Θ΄)[17], με την οποία τροποποιείται η σχετική απαγόρευση του Άγ. Αναστασίου του Σιναΐτου (7ος αι.)[18].
Ο σεβασμός προς την τήρηση της προ της Θ. Κοινωνίας αυστηρής νηστείας (ασιτίας) είναι εμφανής από τον απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο με τον οποίο ο Αγ. Ιω. Χρυσόστομος αρνείται τη συκοφαντική κατηγορία «ὅτι τινὰς ἐκοινώνησε μετὰ τὸ φαγεῖν αὐτούς». Αναφέρει ο Άγιος: «Πολλὰ κατ’ ἐμοῦ ἐσκευάσαντο, καὶ λέγουσιν, ὅτι τινὰς ἐκοινώνησα μετὰ τὸ φαγεῖν αὐτούς. Καὶ εἰ μὲν τοῦτο ἐποίησα, ἐξαλειφθείη τὸ ὄνομά μου ἐκ τῆς βίβλου τῶν ἐπισκόπων, καὶ μὴ γραφείη ἐν τῇ βίβλῳ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὅτι ἰδοὺ ἐὰν τοιοῦτον ἐγὼ ἔπραξα, καὶ ἀποβαλεῖ με Χριστὸς ἐκ τῆς βασιλείας αὐτοῦ»![19]
Ο ιερός Αυγουστίνος αποδίδει την αυστηρότητα της ευχαριστιακής νηστείας σε εντολή του Αγ. Πνεύματος[20], ενώ ο ιστορικός Σωκράτης (4ος αι.) χαρακτηρίζει «ουχ ως έθος χριστιανών» την τέλεση Θ. Ευχαριστίας χωρίς να έχει προηγηθεί ολοήμερη νηστεία[21].
Έτσι, ο Άγ. Νικόδημος Αγιορείτης συγκεφαλαιώνοντας την εκκλησιαστική παράδοση σημειώνει: «Όθεν και οι θέλοντες μεταλαβείν, έως προ του μεσονυκτίου έχουν την άδειαν να πίνουν νερό και μετά ταύτα πρέπει να μην βάλουν τίποτε εις το στόμα, έως ου μεταλάβουν»[22].
Συμπερασματικά:
1. Η Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία είναι θαυμάσια ευκαιρία για να κατανοήσουν οι πιστοί μας ότι η Θ. Κοινωνία δεν προσφέρεται ως βραβείο ή έπαθλο σε υποτιθέμενους νικητές, αλλά μόνο ως «φάρμακο» σε όσους προσπαθούν να θεραπευθούν από τις αρρώστιες-πάθη, και ως «βιταμίνη» σε όσους αγωνίζονται στον δύσκολο πνευματικό αγώνα.
2. Η εκκλησιαστική μας παράδοση μπορεί και αξιοποιεί και την ακρίβεια και την οικονομία στην περίπτωση της Προηγιασμένης κρατώντας όμως την ουσία της, που είναι ο κατά δύναμιν πνευματικός αγώνας για τη μετοχή μας στο Σώμα του Χριστού: για όσους μπορούν να αγωνιστούν έντονα προσφέρει το «φάρμακο αθανασίας» στην κατά λειτουργική ακρίβεια τελούμενη (απογευματινή) Προηγιασμένη. Για όσους δεν μπορούν να αντέξουν «τον καύσωνα της ημέρας» με την απόλυτη ολοήμερη ασιτία προσφέρει το ίδιο «φάρμακο αθανασίας» στην κατά λειτουργική οικονομία τελουμένη (πρωινή) Προηγιασμένη.
Και στις δύο περιπτώσεις είναι ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Αυτό θα πρέπει να γίνει απολύτως σαφές από τους πιστούς μας.
Η επιμονή πιστού να κοινωνήσει σε απογευματινή Προηγιασμένη ενώ έχει πάρει το πρωινό του και η ταυτόχρονη αναιτιολόγητη ουσιαστικά άρνησή του να κοινωνήσει το πρωί που προτείνει ο πνευματικός, σύμφωνα με την παράδοση των Αγίων μας, καταδεικνύει σοβαρό πνευματικό πρόβλημα. Το πρόβλημα θα ενταθεί αν ο πνευματικός ενδώσει στην επιμονή του πιστού και του παράσχει την «ευλογία»… Έτσι υπάρχει ο κίνδυνος σιγά-σιγά αυτός ο πιστός να αξιολογεί ως μείζον όχι το γεγονός της παρουσίας του ίδιου του Χριστού στη Θ. Κοινωνία, αλλά το “περιβάλλον” στο οποίο ο Κύριος προσφέρεται. Θα περιφρονήσει έτσι ο πιστός μας το πολύτιμο Δώρο καθ’ εαυτό επιζητώντας πρωτίστως το περιτύλιγμά Του…
Έτσι, με την ψευδαίσθηση ότι επιστρέφουμε δήθεν στην παράδοση, μετατρέπουμε την οικονομία σε… παραοικονομία με ουσιαστική αλλοίωση του φρονήματος των πιστών.
3. Η επιθυμία των πιστών για μετοχή στο Ποτήριο της Ζωής, όπως το ζούσε η αρχαία Εκκλησία σε απογευματινή Προηγιασμένη, είναι μοναδική ποιμαντική ευκαιρία να συνδυαστεί με την προσπάθεια επιστροφής-μύησης στο ασκητικό φρόνημα της αρχαίας Εκκλησίας: η ευχαριστιακή νηστεία, που ασφαλώς δεν σημαίνει μόνο ασιτία, αλλά και σιωπή, φυλακή των αισθήσεων και περισυλλογή του νου όλη την ημέρα, ως αναμονή για τη μετοχή στο Ποτήριο της Ζωής και κατ’ επέκταση συμμετοχής στον πνευματικό αγώνα της Μ. Τεσσαρακοστής.
4. Εμείς ως λειτουργοί, συμμεριζόμενοι τη δυσκολία της ευχαριστιακής νηστείας, οφείλουμε να τηρούμε επακριβώς τη λειτουργική ακρίβεια διευκολύνοντας τους πιστούς μας: η Προηγιασμένη να τελείται αμέσως μετά την «ενάτη», στις 3:00 μμ, και όχι αργά το απόγευμα ή το βράδυ, οπότε η δυσκολία της ασιτίας εξελίσσεται πολύ έντονα για τους νηστεύοντες.
Συμπερασματικά, «ἀποστολικαῖς καὶ πατρικαῖς ἑπόμενοι παραδόσεσι» (Στ-29) δεν μπορούμε παρά να τηρούμε με σεβασμό την εκκλησιαστική παράδοση στο ζήτημα της ευχαριστιακής νηστείας στην Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων καλλιεργώντας στους πιστούς μας το ασκητικό φρόνημα της παραδόσεώς μας. Μόνο τότε θα έχουμε αληθή επιστροφή στην παράδοση των Αγίων μας.
Πάτρα 15.1.2017 [1] Αναλυτικότερα Ι. Φουντούλη, Λειτουργία Προηγιασμένων Δώρων [Κείμενα Λειτουργικής, 8], Θεσσαλονίκη 19782, Π. Σκαλτσή, «Αρχαϊκά στοιχεία στη Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων», στο Λειτουργικές Μελέτες ΙΙ, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 226-236. [2] Λαοδ-52: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ γάμους ἢ γενέθλια ἐπιτελεῖν». [3] Ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης συνδέει τον επί του Σταυρού θάνατο του Κυρίου κατά την ενάτη ώρα με την κατά του Αδάμ εξενεχθείσα απόφαση : «Τέθνηκεν ο Σωτήρ εν τη ενάτη ώρα, ότε και εν τω δειλινώ οφθείς αυτός εν τω παραδείσω, κατά του Αδάμ εξήνεγκε την του θανάτου απόφασιν … και νεκρός Αδάμ γέγονεν» (PG 155, 900Β). [4] Αποστ-69: «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, ἢ ψάλτης, τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν τοῦ Πάσχα οὐ νηστεύει, ἢ Τετράδα, ἢ Παρασκευήν, καθαιρείσθω, ἐκτὸς εἰ μὴ δι᾿ ἀσθένειαν σωματικὴν ἐμποδίζοιτο· εἰ δὲ λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω».
Λαοδ-50: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ τῇ ὑστέρᾳ ἑβδομάδι τὴν Πέμπτην λύειν, καὶ ὅλην τὴν Τεσσαρακοστὴν ἀτιμάζειν· ἀλλὰ δεῖ πᾶσαν τὴν Τεσσαρακοστὴν νηστεύειν ξηροφαγοῦντας». [5] Λαοδ-49: Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ ἄρτον προσφέρειν, εἰ μὴ ἐν Σαββάτῳ καὶ Κυριακῇ μόνον», βλ. σχόλια Ζωναρά και Βαλσαμώνος στον Στ-52, στο Γ. Ράλλη-Μ.Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, εκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2002, τ. Β΄, σ. 427-428. [6] Η βασική αυτή λειτουργική αρχή συμπαρασύρει και τις μνήμες των εορταζομένων αγίων, οι οποίες δεν επιτρέπεται να τελούνται τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής, σύμφωνα με τον Λαοδ-51 («Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ μαρτύρων γενέθλια ἐπιτελεῖν, ἀλλὰ τῶν ἁγίων μαρτύρων μνήμας ποιεῖν ἐν τοῖς Σαββάτοις καὶ ταῖς Κυριακαῖς»). Στην λειτουργική αυτή αρχή οφείλεται η καθιέρωση της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως (εορτή αρχικά της ευρέσεως του Τ. Σταυρού υπό της Αγ. Ελένης (6 Μαρτίου), των Κυριακών προς τιμήν του Αγ. Ιωάννου της Κλίμακος και της Αγ. Μαρίας της Αιγυπτίας (Δ΄ και Ε΄ Κυριακή των Νηστειών). [7] Μ. Βασιλείου, επιστολή 93, προς Καισαρίαν πατρικίαν: «Και το κοινωνείν καθ’ εκάστην ημέραν, και μεταλαμβάνειν του αγίου σώματος και αίματος του Χριστού, καλόν και επωφελές … ημείς μέντοιγε τέταρτον καθ’ εκάστην εβδομάδα κοινωνούμεν, εν τη Κυριακή, εν τη Τετράδι, και εν τη Παρασκευή, και τω Σαββάτω, και εν ταις άλλαις ημέραις, εάν η μνήμη αγίου τινός» (PG 32, 484B). [8] Θεοδώρου Στουδίτου, Ερμηνεία της Θ. Λειτουργίας των Προηγιασμένων, PG 99, 1687. [9] Στ-52 : «Ἐν πάσαις ταῖς τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς τῶν νηστειῶν ἡμέραις, παρεκτὸς Σαββάτου, καὶ Κυριακῆς, καὶ τῆς ἁγίας τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡμέρας, γινέσθω ἡ τῶν προηγιασμένων ἱερὰ λειτουργία».
Σύμφωνα δε με τον Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης: «Επεί γαρ αναγκαιοτάτη προ παντός η φρικτοτάτη και ιερά τελετή, και του κόσμου παντός σωτήριον, ουκ έδοξεν δίκαιον είναι καθόλου πεπαύσθαι ταύτην ουδέ κατ’ αυτήν την μεγάλην ονομαζομένην και ούσαν Τεσσαρακοστήν. Διό και εν αυτή κατά Σάββατον μεν οι Πατέρες διετυπώσαντο και Κυριακήν, την ιεράν επιτελείν ημάς θυσίαν, εκπληρούντες το του Κυρίου παράγγελμα… Εν ταις πέντε δε ημέραις λειτουργείν προηγιασμένα, και ουδ’ εν άλλη τινι ημέρα την αναίμακτον και ζωόθυτον θυσίαν τελείσθαι ου νενομοθετήκασι» (PG 155, 904B).[10] Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία, βιβλ. E΄, κεφ. κβ΄, PG 67, 636AB. [11] Αγ. Ιω. Χρυσοστόμου, εις Αδριάντας, λόγος δ΄, PG 49, 68Α. [12] Ι. Φουντούλη, Απαντήσεις εις Λειτουργικάς απορίας, τ. Β΄, εκδ. Αποστολική Διακονία, 19944, σ. 120-124. [13] Αγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, προς τον Πενταπόλεως Γαβριήλ, απάντηση νε΄, PG 155, 904Α. [14] Ι. Φουντούλη, Λειτουργία Προηγιασμένων Δώρων [Κείμενα Λειτουργικής, 8], Θεσσαλονίκη 19782, σ. 6, του ιδίου, «Ευχαριστιακή νηστεία», στο Λειτουργικά Θέματα, τ. Γ΄, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 78, Π. Σκαλτσή, ο.π., σ. 230. [15] «Περὶ τῆς πίστεως γὰρ τοῦ ἐν Νίκαιᾳ τρακτάτου ἠκούσαμεν· ἀληθές ἐστι περὶ τῶν γινομένων μετὰ τὸ ἄριστον ἁγίων, ἵνα ἀπὸ νηστικῶν, ὡς ἐστὶν ἄξιον, προσφέρωνται, καὶ τότε ἐβεβαιώθη». Βλ. σχόλια των βυζαντινών κανονολόγων Ζωναρά, Βαλσαμώνος, Αριστηνού, στο Γ. Ράλλη-Μ.Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, εκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2002, τ. Γ΄, σ. 417-418. [16] Καρθ-41 (κατά το Πηδάλιο -48): «Ὥστε ἅγια θυσιαστηρίου, εἰ μὴ ἀπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων, μὴ ἐπιτελεῖσθαι, ἐξῃρημένης μιᾶς ἐτησίας ἡμέρας, ἐν ᾗ τὸ Κυριακὸν δεῖπνον ἐπιτελεῖται. Ἐὰν δέ τινων κατὰ τὸν δειλινὸν καιρὸν τελευτησάντων εἴτε ἐπισκόπων, εἴτε τῶν λοιπῶν, παράθεσις γένηται, μόναις εὐχαῖς ἐκτελεσθῇ, ἐὰν οἱ ταύτην ποιοῦντες ἀριστήσαντες εὑρεθῶσι». [17] Σχετικός είναι και ο Α-13: «Περὶ δὲ τῶν ἐξοδευόντων, ὁ παλαιὸς καὶ κανονικὸς νόμος φυλαχθήσεται καὶ νῦν, ὥστε, εἴ τις ἐξοδεύοι, τοῦ τελευταίου καὶ ἀναγκαιοτάτου ἐφοδίου μὴ ἀποστερεῖσθαι». [18] «Περί δε των νεκρών, ει έξεστι του βίου τούτον εξερχόμενον κοινωνείν; και ει μεν ευρέθη νήστις, κοινωνίας αξιούσθω . ει δε μηγε, εαθήτω ακοινώνητος», Αγ. Αναστασίου Σιναΐτου, στο J.B.Pitra, Juris Ecclesiastici Graecorum Historia et Monumenta II, Romae, 1868, σ. 278. [19] Αγ. Ιω. Χρυσοστόμου, Πρός Κυριακόν Ἐπίσκοπον ἐν ἐξορίᾳ ὄντα καὶ αὐτόν, PG 52, 683. [20] S. Augustini Episcopi, Epistula 54, VI, 8, PL 33, 203. [21] Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία, βιβλ. E΄, κεφ. κβ΄, PG 67, 636AB. [22] Πηδάλιον, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 245.
Σήμερα συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από την μακαρία κοίμηση του Ιεροκήρυκα Δημητρίου Παναγόπουλου. Εκήρυττε για 30 χρόνια στην Ελλάδα και το εξωτερικό ως ακούραστος εργάτης του Ευαγγελίου και της Ορθοδοξίας. Στο επίκεντρο των κηρυγμάτων του ήταν η Μετάνοια και επιστροφή στον Χριστό.
Δεν έχει ανάλογες σπουδές ούτε ήταν κάτοχος πανεπιστημιακών τίτλων, έχοντας όμως το σπουδαίο χάρισμα του λόγου και κυρίως την πλουσιότατη Χάρη του Κυρίου μας που τον επεσκίαζε και τον καθοδηγούσε, βοήθησε πλήθος ανθρώπων να βρουν την οδό της Σωτηρίας.
Ο Δημήτριος Παναγόπουλος γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Κωνσταντίνος Αιγίου. Οι γονείς του Αθανάσιος και Ασήμω ήταν βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι και η μόνη έννοια τους ήταν να οδηγήσουν μέσω των προσευχών τα παιδιά τους, στο δρόμο του Θεού.
Αμέσως, μετά το θάνατο του πατέρα του, ίσα ίσα που μόλις κατόρθωσε να τελειώσει το Σχολαρχείο, ανέλαβε τα οικογενειακά καθήκοντα. Δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τα θέματα πίστης, αλλά ήταν πολύ ευφυής και πάντα διαθέσιμος προς όλους. Η ευφράδεια λόγου, η ηρεμία και η αγάπη του προς όλους τον έκαναν να ξεχωρίζει ανάμεσα στα παιδιά και στις νεανικές παρέες γενικά.
Με την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας και λίγο πριν καταταχθεί ο Κύριος μέσα από μια σειρά γεγονότων που έλαβαν χώρα στη ζωή του Δημήτρη Παναγόπουλου, άρχισε να φανερώνει τη πρόθεση Του για το μετέπειτα κάλεσμα του, στην διακονία του κηρύγματος του Θείου Λόγου. Ο Δημήτριος όμως συνέχισε να μη δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για αυτήν.
Το 1948 νυμφεύθηκε την Αγγελική Σωτηροπούλου, που ξεχώριζε για το χριστιανικό της ήθος. Από την σύζυγό του ο Παναγόπουλος ωφελήθηκε και βοηθήθηκε σε μεγάλο βαθμό ως προς την στροφή του προς τον Χριστό και την Εκκλησία Του.
Το 1950 άρχισε να καλλιεργείται στενότερη σχέση με την Εκκλησία, ενώ παράλληλα ενέτεινε την μελέτη θρησκευτικών βιβλίων. Ένα προσκύνημα στην Τήνο έπαιξε καθοριστικό ρόλο ώστε να εξομολογηθεί σχεδόν για πρώτη φορά, και αποτέλεσε το γεγονός αυτό σταθμό στη ζωή του.
Ήταν άνθρωπος με ισχυρή θέληση και με την βοήθεια του Θεού κατάφερε να επιβληθεί στον εαυτό του, με αποτέλεσμα να κόψει τα πάθη και τις αδυναμίες του παρελθόντος. Ταυτόχρονα άρχισε να συγκροτείται ηθικά και χριστιανικά.
Όσο αυξανόταν η ψυχική του αναγέννηση όλο και περισσότερο άφηνε την ζωή του να την καθοδηγεί ο Κύριος. Χαρακτηριστικό ήταν ότι με ιερό ζήλο μελετούσε την Αγία Γραφή και τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Στις 11 Νοεμβρίου του 1951, συγκεκριμένα στην ηλικία των 35 ετών, σε μια αγρυπνία που τελούταν στον ιερό Ναό της Αναλήψεως στον Βύρωνα, με εντολή του διακριτικού και οσίου Γέροντος Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτου – προσφάτως ανακηρυχθέντα αγίου της ορθοδόξου Εκκλησίας -πραγματοποίησε το πρώτο επίσημο κήρυγμα του.
Πράγματι, η πορεία απέδειξε ότι είχε επιστρατευθεί από τον Θεό στο έργο της διακονίας του θείου λόγου. Αποτέλεσε θεόκλητος και λαόκλητος κήρυκας.
Επιτελούσε την διακονία της πνευματικής σποράς του λόγου του Θεού με ιδιαίτερο ιερό ζήλο και πόθο. Η φήμη του χαρισματούχου εργάτου του Ευαγγελίου εξαπλώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στην Αθήνα έφθασε να ομιλεί μέχρι και δέκα φορές την εβδομάδα.
Στην συνέχεια άρχισε να επισκέπτεται πόλεις και χωριά που τον καλούσαν για αυτόν τον σκοπό. Ήταν ακούραστος, δοσμένος στο έργο του Θεού, χωρίς ωράριο εργασίας, χωρίς υλικές αποδοχές.
Ο Παναγόπουλος επικεντρώθηκε στο εποικοδομητικό κήρυγμα του στην μετάνοια και επιστροφή αμαρτωλών ψυχών στην Εκκλησία του Χρίστου. Ως ελεημένος από τον Θεό, πάσχιζε να γίνει η αιτία επιστροφής μετανοημένων ψυχών. Έτσι η μετάνοια ήταν το συνηθιστέρο θέμα που διαπραγματευόταν στο κήρυγμα.
Χαρακτηριστικό είναι ότι αριθμούνται σε χιλιάδες οι ψυχές, που επηρεάσθηκαν από το ζωντανό και χειμαρρώδες κήρυγμα του. Ως όργανο της Χάριτος του Θεού που ήταν, έτρεχε με σκοπό να ενισχυθούν όσο το δυνατόν περισσότερες ψυχές από το ηθικό ναυάγιο του κόσμου.
Ο λόγος του στο θέμα της μετανοίας οδηγούσε πολλούς από τους ακροατές στον εξομολόγο. Πολύ ορθά του αποδόθηκε το χαρακτηριστικό του κήρυκος της μετανοίας, αφού ο λόγος του αφύπνιζε ένοχους. Το κήρυγμα του συγκινούσε, απευθυνόταν στην καρδιά κάθε ανθρώπου, προβλημάτιζε και επιδρούσε αποτελεσματικά.
Σαφής και κατανοητός στον λόγο του, γλαφυρός και συναρπαστικός. Παρόλο που στηλίτευε κατακόρυφα τα αμαρτωλά πάθη, ένα μεγάλο μέρος του ακροατήριου ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλου, τάξεως και μορφώσεως «κρεμόταν» από τα χείλη του και οδηγούταν σε οριστική αλλαγή. Άλλαζε η πορεία της ζωής των ανθρώπων, οδηγούταν στον Χριστό, την Εκκλησία Του, την αρετή.
Ως έδρα των κηρυγμάτων του, στην Αθήνα, ήταν κυρίως η αίθουσα των Τριών Ιεραρχών στην οδό Μενάνδρου 4. Συνήθως, εκεί από το 1956 έως την 11-2-1982, μιλούσε μια φορά την εβδομάδα, εκτός 2-3 καλοκαιρινούς μήνες. Σε αυτή την αίθουσα μόνο, πραγματοποιήθηκαν χίλιες τριακόσιες ωριαίες ομιλίες. Σύμφωνα με συντηρητικούς υπολογισμούς, το κηρυκτικό του έργο, υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ομιλίες.
Ο αείμνηστος Δημήτριος Παναγόπουλος βίωνε την πίστη, ζούσε την μυστηριακή ζωή, την ζωή της κατά Χριστόν αρετής. Ήταν στολισμένος με πραότητα και ταπείνωση, με συγχωρητικότητα και αγάπη.
Η πορεία της θεαρέστου διακονίας του γνώρισε και πολλές δυσκολίες, που προκαλούσε ο εχθρός Διάβολος με εμπαθή όργανα του, τα οποία και δημιουργούσαν εμπόδια. Τελικά η χάρις του Θεού τακτοποιούσε τα πράγματα και ο πιστός και καλός εργάτης του Κυρίου συνέχιζε με αυταπάρνηση, ζήλο και αγάπη Χριστού την ψυχοσωτήριο διακονία του.
Ο ίδιος έκδιδε το θρησκευτικό περιοδικό ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ, για περίπου 25 χρόνια. Στα άρθρα που έγραφε στο περιοδικό υπέγραφε με τα αρχικά γράμματα Α.Δ., που σίμαιναν Αχρείος Δούλος.
Εκτός από το κήρυγμα στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται πολλά ψυχωφελή βιβλία, με καθαρώς ορθόδοξο αγιογραφικό και αγιοπνευματικό περιεχόμενο. Τα πονήματά του βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση από τον πιστό λαό του Θεού, γνώρισαν επανεκδόσεις, συνετέλεσαν στην διόρθωση πολλών χιλιάδων μελών της Εκκλησίας και συνέβαλαν στην αύξηση των συνειδητών πιστών χριστιανών.
Έκτος από το προφορικό και γραπτό έργο, καθιέρωσε προσκυνηματικές εκδρομές σε ιερές Μονές και σε ιερά προσκυνήματα. Στην αρχή στο Λεκανοπέδιο της Αττικής και στη συνέχεια σε αξιόλογα προσκυνήματα εντός της Ελλάδος. Τα τελευταία επτά χρόνια πριν της μακαρίας κοιμήσεως του πραγματοποιούσε κάθε καλοκαίρι προσκύνημα και στους Αγίους Τόπους και Σινά.
Μετά από 17 έτη έγγαμου βίου με θαυμαστό τρόπο, διά μέσου των πρεσβειών του Αγίου Νεκταρίου του εν Αιγίνης, απέκτησε υιό. Στο παιδί δόθηκε το όνομα Νεκτάριος, προς τιμήν του θαυματουργού Αγίου. Ο υιός του Δημητρίου Παναγόπουλου, Νεκτάριος σήμερα διατηρεί εκδοτικό οίκο στην Αθήνα, όπου μεταξύ των άλλων, συνεχίζει, μέσω των επανεκδόσεων των εκλεκτών βιβλίων του μακαριστού πατρός του, το γραπτό του κήρυγμα, διά της κυκλοφορίας των 700 και πλέον ομιλιών του.
Την καρποφόρα ιεραποστολική του διακονία και ιδιαίτερα την κηρυγματική έκλεισε με τις δύο άκρως συγκινητικές και αποχαιρετιστήριες τελευταίες ομιλίες του περί θανάτου και αιωνίου ζωής, όπου για πρώτη φορά ερμήνευσε το αποστολικό και ευαγγελικό ανάγνωσμα της κηδείας.
Το πρωί της Σαββάτου της 13ης Φεβρουαρίου του 1982, 35 ώρες μετά το τελευταίο κήρυγμα του, παρέδωσε εν ειρήνη την ψυχή του στον Κύριο.