Αγία Φιλοθέη: Το πλουσιοκόριτσο που έγινε καλόγρια – Δείτε το πoλυτελέστατο σπίτι της


Η Αγία Φιλοθέη είναι μαζί με τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, πολιούχος της Αθήνας και γιορτάζει στις 19 Φεβρουαρίου και στις 12 Οκτωβρίου.
Γεννήθηκε το 1522 στην Αθήνα και καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια των Μπενιζέλων. Μάλιστα, το αρχοντικό της οικογένειας που σώζεται μέχρι σήμερα στην Πλάκα, είναι το πιο παλιό σπίτι της πόλης.
Το πλήρες κοσμικό όνομά της ήταν Παρασκευή Μπενιζέλου, αλλά τη φώναζαν χαϊδευτικά Ρηγούλα ή Ρεβούλα. Οι γονείς της φρόντισαν να λάβει τη καλύτερη δυνατή μόρφωση για τα δεδομένα της εποχής.
Το σπίτι που μεγάλωσε η Αγία Φιλοθέη θεωρείται το παλαιότερο στην Αθήνα. Αποτελεί το μοναδικό σωζόμενο δείγμα αρχοντικής κατοικίας των μεταβυζαντινών χρόνων. Η κύρια φάση του ανήκει στα τέλη του 17ου με αρχές του 18ου αιώνα και η παλαιότερη στον 16ο – 17ο αιώνα.
Στα 14 της την ανάγκασαν να παντρευτεί με τον, κατά πολύ μεγαλύτερό της, άρχοντα των Αθηνών, Ανδρέα Χειλά, ο οποίος περιγράφεται ως τσιγκούνης, ζηλιάρης και με κακή συμπεριφορά απέναντι στη σύζυγό του.

Λέγεται ότι οι γονείς της , την πίεσαν να παντρευτεί παρά τη θέλησή της για να την γλιτώσουν από τους Τούρκους, που έπαιρναν τις παρθένες σκλάβες στα χαρέμια τους. Ο υποχρεωτικός γάμος της Ρεβούλας δεν κράτησε πολύ, αφού ο Χειλάς σύντομα πέθανε.

Η 17χρονη πλέον χήρα ήταν πλούσια και μία από τις πιο περιζήτητες νύφες. Ωστόσο, δεν ήθελε να ξαναπαντρευτεί όπως τη συμβούλευαν οι δικοί της, αλλά να αφιερωθεί σε αγαθοεργίες και φιλανθρωπίες.

Το πανέμορφο αρχοντικό των Μπενιζέλων, στο 96 της οδού Αδριανού στην Πλάκα. Σε αυτό το σπίτι του 16ου αιώνα γεννήθηκε και έζησε η Παρασκευή Μπενιζέλου, δηλαδή η Αγία Φιλοθέη.

Όταν έφυγαν και οι γονείς της από τη ζωή, η Παρασκευή, μετά από ένα όραμα με τον Άγιο Ανδρέα, έχτισε ένα μοναστήρι με ένα εκκλησάκι στο όνομά του.

Είναι το εκκλησάκι που σήμερα βρίσκεται δίπλα στο Μέγαρο της Αρχιεπισκοπής. Ταυτόχρονα με την ανέγερση της μονής, η Παρασκευή έγινε μοναχή με το όνομα Φιλοθέη.

Στο μοναστήρι την ακολούθησαν αρχικά, οι υπηρέτριες που είχε στο πατρικό της και πολύ σύντομα, περίπου 150 κοπέλες. Παράλληλα με τη δράση στο μοναστήρι, η Φιλοθέη έκανε συνεχώς φιλανθρωπίες, ενώ ίδρυσε σχολεία, νοσοκομεία, ξενοδοχεία και ορφανοτροφεία.

Το Ψυχικό και η Καλογρέζα

Στο πλαίσιο του φιλάνθρωπου της βίου, η Φιλοθέη άνοιξε ένα πηγάδι σε μια περιοχή κοντά στο κέντρο, που τότε κυκλοφορούσαν κυρίως αγρότες και βοσκοί.

Το «ψυχικό» αυτό της καλόγριας, όχι μόνο εξυπηρέτησε τους ανθρώπους που υπέφεραν από την λειψυδρία, αλλά έδωσε και το όνομά του στην περιοχή, όνομα που διατηρείται μέχρι σήμερα. Είναι η περιοχή του Ψυχικού!

Η Φιλοθέη είναι υπεύθυνη και για την ονομασία της περιοχής της Καλογρέζας, καθώς εκεί είχε ιδρύσει παράρτημα της Μονής, με την ονομασία «Μονή της καλόγριας». Από την παραφθορά της ονομασίας, προέκυψε η Καλογρέζα.


Η σύλληψη από τους Τούρκους
Εκτός από τις γυναίκες που την είχαν ακολουθήσει στο μοναστήρι, η Φιλοθέη βοηθούσε και κοπέλες που είχαν πουληθεί στους Τούρκους ως σκλάβες.
Όταν κάποιοι «αγοραστές» πληροφορήθηκαν ότι η Φιλοθέη φυγάδευε τις σκλάβες, πήγαν στο μοναστήρι, τη συνέλαβαν και την οδήγησαν στον Πασά.
Εκείνος απείλησε ότι θα την αποκεφαλίσει αν δεν αλλαξοπιστήσει. Η Φιλοθέη απάντησε ότι είναι έτοιμη να θυσιαστεί στο όνομα του Χριστού. Τελικά σώθηκε μετά από διαμαρτυρίες χριστιανών που κατάφεραν να πείσουν τους Τούρκους να την απελευθερώσουν.

Το τέλος της Αγίας Φιλοθέης
Μετά την απελευθέρωσή της και την επιστροφή της στη Μονή, η Φιλοθέη έγινε ακόμα πιο αγαπητή και συγκέντρωσε στον κύκλο της περισσότερες γυναίκες. Έτσι ίδρυσε παράρτημα στα Πατήσια, στην Τζιά και την Αίγινα και διέθεσε όλη της την περιουσία σε φιλανθρωπίες.
Το 1589 (αναφέρεται και το 1588) την παραμονή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, που ήταν ο πολιούχος της Αθήνας, η Φιλοθέη βρισκόταν μαζί με άλλες μοναχές στο μοναστήρι των Πατησίων όπου έκαναν αγρυπνία.
Αργά το βράδυ εισέβαλαν στο μοναστήρι εξαγριωμένοι Τούρκοι που τη χτύπησαν, τη βασάνισαν και την εγκατέλειψαν σε ημιθανή κατάσταση.

Οι μοναχές που έτρεξαν να την βοηθήσουν, τη μετέφεραν σε μια κρύπτη στη Καλογρέζα , όπου στις 19 Φεβρουαρίου απεβίωσε λόγω των τραυμάτων της. Η Φιλοθέη αγιοποιήθηκε επί Οικουμενικού Πατριάρχη Ματθαίου Β’ (1595-1600).

Η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία και το ανεκτίμητο έργο της

  Η τουρκοκρατία ανέδειξε ένα νέο νέφος μαρτύρων, το ίδιο ηρωικό με αυτό της αρχαίας Εκκλησίας. Είναι οι πολυπληθείς Νεομάρτυρες, οι οποίοι κοσμούν το εκκλησιαστικό στερέωμα ως αστέρες πολύφωτοι.  Ένα τέτοιο πολύφωτο αστέρι της μαύρης αυτής εποχής, για την Εκκλησία και το Έθνος μας, είναι και η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία, της οποίας τη μνήμη εορτάζει στις 19 Φεβρουαρίου.

      Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε στην Αθήνα περί το 1522 από την επιφανή Οικογένεια των Μπενιζέλων και το κοσμικό της όνομα ήταν Παρασκευή. Οι ευσεβείς γονείς της Άγγελος και Σηρίγη, απόγονος της βυζαντινής οικογένειας των Παλαιολόγων, την ανάθρεψαν με ευσέβεια. Έμαθε τα πρώτα της γράμματα και σε ηλικία μόλις 14 την πάντρεψαν με τον πολύ μεγαλύτερό της άρχοντα των Αθηνών Ανδρέα Χειλά, χωρίς τη θέλησή της.  Ύστερα από τρία χρόνια χήρεψε κληρονομώντας μια τεράστια περιουσία. Παρά τις πιέσεις που δεχόταν να ξαναπαντρευτεί, αρνήθηκε και αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή. Μετά το θάνατο των γονέων της εκάρη μοναχή και έλαβε το όνομα Φιλοθέη. Το σπίτι της βρισκόταν στο σημείο που βρίσκονται τα γραφεία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, στην οδό Αγίας Φιλοθέης, στο οποίο συγκέντρωσε πολλές ευσεβείς κόρες της Αθήνας και το οποίο μετέβαλε με τον καιρό σε μοναστήρι, με καθολικό τον παρακείμενο ναό του Αγίου Ανδρέα.

     Γύρω στο 1571 ζήτησε από τον μητροπολίτη Αθηνών την αναγνώριση του Μοναστηριού της, στην οποία ζούσαν 150 μοναχές με ηγουμένη την Φιλοθέη. Πολλές από τις μοναχές ήταν εκχριστιανισμένες μουσουλμάνες, τις οποίες είχε εξαγοράσει από τουρκικά χαρέμια.  Εκείνη την εποχή αρχίζει το μεγάλο πνευματικό, φιλανθρωπικό, κοινωνικό και εθνικό έργο της. Ξοδεύει αφειδώς τη μεγάλη πατρική και συζυγική της περιουσία, ανακουφίζοντας χιλιάδες ενδεείς της Αττικής και άλλων περιοχών. Το μοναστήρι της μεταβλήθηκε, εκτός από τόπο προσευχής και ασκήσεως, σε μεγάλο συγκρότημα κοινωνικής ευποιΐας. Σχολείο νεανίδων, νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, εργαστήρια εκμάθησης τεχνών, ξενοδοχείο για τη διαμονή των ξένων κλπ. Το συγκρότημα αυτό το ονόμασε «Παρθενώνα», όπου έβρισκαν φροντίδα πλήθος ανθρώπων Ελλήνων και Τούρκων.  Παράλληλα ιδρύει σε πολλά μέρη σχολεία, όπου φοιτούσαν αδιακρίτως αγόρια και κορίτσια δωρεάν.

      Παράλληλα επιδίδεται με πάθος στην υπηρεσία της πατρίδος. Προσφέρει μεγάλα ποσά στους Τούρκους αγάδες και απελευθερώνει Έλληνες αιχμαλώτους. Επίσης εκμεταλλεύεται τη φιλαργυρία των Τούρκων αφεντάδων της περιοχής και εξαγοράζει τις δύστυχες αρπαγμένες γυναίκες των χαρεμιών, τις οποίες φυγαδεύει στα νησιά, που βρισκόταν σε ενετική κατοχή, απογυμνώνοντας τους τούρκικους οντάδες από αιχμάλωτες κοπέλες.

      Για να βρίσκεται κοντά στους κατοίκους της αραιοκατοικημένης τότε Αττικής ιδρύει παραρτήματα στα Πατήσια, στο Χαλάνδρι, στο Ψυχικό και στην Καλογρέζα. Στην περιοχή του Ψυχικού είχε ανοίξει ένα πηγάδι για να ξεδιψούν οι αγρότες και οι στρατοκόποι, ως ψυχικό, και γι’ αυτό πήρε και η περιοχή το όνομα Ψυχικό. Κατ’ άλλους είχε γράψει στο χείλος του πηγαδιού τη φράση «ψυχικόν», δηλαδή αγαθοεργία. Από το «ψυχικό» της Φιλοθέης πήρε το όνομά της η σημερινή περιοχή της Φιλοθέης. Στην περιοχή της Καλογρέζας έκτισε μετόχι της Μονής της και από την ονομασία «καλογραία», εννοώντας τη Φιλοθέη, η περιοχή ονομάστηκε «Καλογρέζα», από την τοπική αρβανίτικη διάλεκτο.

      Έχει διασωθεί ένας μεγάλος αριθμός επιστολών τη Φιλοθέης στα αρχεία της Βενετίας, όπου η αγία αλληλογραφούσε με πλούσιους Έλληνες και ξένους, ζητώντας  οικονομική βοήθεια για το πνευματικό, φιλανθρωπικό και εθνικό της έργο. Μέσα από αυτές τις επιστολές διακρίνεται η ακράδαντη πίστη της στο Θεό και την Ορθοδοξία, τα απέραντα φιλανθρωπικά της αισθήματα προς τους πάσχοντες συνανθρώπους της και η αγάπη της για την σκλαβωμένη πατρίδα. Η δράση της πέταξε μακριά από την αττική γη και έφτασε ως τα πέρατα του κόσμου, όπου βρισκόταν η ελληνική Ορθοδοξία.

        Αλλά το ανεπανάληπτο και πολυσχιδές έργο της δεν άρεσε στους τυράννους της πατρίδας μας. Οι αδίστακτοι και αιμοβόροι ασιάτες Τούρκοι διέκριναν μέσα από την  προσωπικότητα και το έργο της Φιλοθέης τον κίνδυνο να ξυπνήσουν οι υπόδουλοι ορθόδοξοι Έλληνες και να διεκδικήσουν την ελευθερία τους. Τους ενόχλησε ιδιαίτερα η ίδρυση σχολείων, όπου στα ελληνόπουλα ξυπνούσε η κοιμισμένη εθνική συνείδηση.  Γι’ αυτό αποφάσισαν να την ξεπαστρέψουν. Τη νύχτα της 2ας Οκτωβρίου του 1588 τούρκικο απόσπασμα εισέβαλε στη Μονή, κατά την αγρυπνία προς τιμήν του αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, πολιούχου των Αθηνών, όπου συνέλαβαν τη Φιλοθέη την έβγαλαν στο προαύλιο, την έδεσαν σε κολώνα και την έδειραν ανηλεώς για πολλές ώρες. Η μοναχή κατέρρευσε λιπόθυμη και πλημμυρισμένη στα αίματα. Οι μοναχές την πήραν και τη μετέφεραν στο μετόχι της Καλογρέζας, όπου υπέκυψε στα τραύματά της στις 19 Φεβρουαρίου του 1589, όπου ενταφιάστηκε στα δεξιά του ιερού βήματος του Αγίου Ανδρέα και ανακηρύχτηκε Αγία και Νεομάρτυς. Η ψυχή της εγκατέλειψε το κουρασμένο, από την άσκηση και την κοινωνική προσφορά, σκήνος της και πέταξε στα ουράνια για να συναντήσει το Νυμφίο Χριστό, που τόσο αγάπησε στη ζωή της και πόθησε να ενωθεί μαζί Του! Αργότερα έγινε εκταφή και το ιερό της λείψανο τέθηκε σε αργυρή λάρνακα και αναπαύεται στο μητροπολιτικό ναό των Αθηνών, χαρίζοντας ευλογία και ποιώντας άπειρα θαύματα στους ευσεβείς προσκυνητές της.

       Ο βίος και το έργο της Αγίας Φιλοθέης είναι μια ηχηρή απάντηση σε όσους εθελοτυφλούν, από παθολογική εμπάθεια, και αμφισβητούν την μοναδική προσφορά της Εκκλησίας μας προς το Έθνος και το δοκιμαζόμενο λαό μας τα μαύρα εκείνα χρόνια της τουρκικής δουλείας και όχι μόνο!    

Γιατί τα υλικά στα κόλλυβα πρέπει να είναι εννέα και τι συμβολίζουν;


Τα κόλλυβα είναι βρασμένο σιτάρι, το όποιο σιτάρι είναι σύμβολο του ανθρώπινου σώματος, επειδή το ανθρώπινο σώμα τρέφεται και αυξάνει με το σιτάρι.


Γι’ αυτό άλλωστε και ο Κύριος παρομοίασε το θεοϋπόστατο Σώμα Του με το σπυρί του σιταριού, έτσι λέγοντας στο δωδέκατο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη αγίου Ευαγγελίου: «το σπυρί του σιταριού εάν πέφτοντας στη γη δεν πεθάνει, μένει μοναχό του (και δεν πολλαπλασιάζεται) εάν όμως πεθάνει, πολύ καρπό φέρνει».
Τα κόλλυβα τα πηγαίνουμε στην Εκκλησία στα μνημόσυνα, αλλά και τα Ψυχοσάββατα. Γίνεται, λοιπόν, εύκολα αντιληπτό ότι όταν τρώμε τα κόλλυβα υπάρχει ένας συμβολισμός.

Το σιτάρι λοιπόν, συμβολίζει το θάνατο, την ταφή και την ανάσταση των σωμάτων. Μόνο όμως το σιτάρι και όχι οι άλλοι καρποί (κριθάρι, βρώμη κλπ).Ο νεκρός μας, θα διαλυθεί «εις τα εξ ων συνετέθη» και θα αναστηθεί πάλι με τη δύναμη του Θεού, κατά την κοινή Ανάσταση, με άφθαρτο πλέον σώμα σαν το σιτάρι.
Μάλιστα, στο τέλος του Μνημοσύνου λέγεται τρεις φορές το : «αιωνία η μνήμη, αιωνία η μνήμη, αιωνία αυτού/αυτής η μνήμη».
Αυτό είναι η δέηση, ώστε το Μνημόσυνο να πιαστεί αιώνια, διότι έπειτα από δεκάδες, εκατοντάδες, ή χιλιάδες χρόνια (μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία) ποιος θα βρεθεί για να τελέσει μνημόσυνα για τον νεκρό;

Τα υλικά πρέπει να είναι 9 γιατί 9 είναι τα τάγματα των αγγέλων, ενώ το κάθε υλικό έχει το δικό του συμβολισμό:

1. Σιτάρι: οι νεκροί (το γήινο στοιχείο)
2. Ζάχαρη: η γλυκύτητα του Παραδείσου
3. Σταφίδες: η Άμπελος (ο Χριστός)
4. Μαϊντανός: η ανάπαυση «εν τόπω χλοερώ»
5. Φρυγανιά τριμμένη ή σουσάμι: το χώμα («..ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει..»)
6. Ρόδι: τα ελέη του Παραδείσου, η λαμπρότητα
7. Κανέλλα: η ευωδία, τα αρώματα («..αρώμασι εν μνήματι κηδεύσας απέθετο..», «..μύραναν τον τάφο αι μυροφόροι μύρα..»)
8. Αμύγδαλα: η ευγονία, η ζωή που διαιωνίζεται με τους απογόνους (αντί για αμύγδαλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν καρύδια)
9. Κουφέτα (ασημένια και λευκά): τα οστά που μένουν αναλλοίωτα καθώς το σώμα φθείρεται.

Ο Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης και οι θεολόγοι


Προχωρημένο απόβραδο φθάσαμε στην καλύβα του Οσίου Εφραίμ. Μέσα σε θαμπό φως διεκρίνετο η φιγούρα του Γέροντα. Υψίκορμος και δεμένος όπως ήτανε φάνταζε σαν γερασμένος κορμός πλατάνου.
Αργότερα μου διηγείτο:
Και τις τέσσερις πεζούλες του κήπου μας τις έσκαβα μόνος μου με το δικέλλι. Τώρα προτείνω στους υποτακτικούς να πιάση ο καθένας από μια πεζούλα να σκάψη και μου καμώνονται πως δεν μπορούνε (άλλος έχει τη μέση του, άλλος τα χέρια του) και ζητάνε φρέζα.
Παιδιά μου, η μηχανή θα καταστρέψη την ησυχία του τόπου.
Όχι Γέροντα. Να πάρουμε φρέζα.
Ε, πάρτε και χέζα να ησυχάσετε.
Ο παπα-Εφραίμ εκείνα τα χρόνια δεν ήταν όνομα μεγάλο στον Άθωνα.
Κάποιοι δειλά-δειλά σιγοψιθύριζαν για την αξία του λόγου του.
Μέχρι και το ’78, που ζητήσαμε από γείτονά του να μας δείξη το μονοπάτι που οδηγεί στην κέλλα του, μας είπε:
Έχω ακούσει πως έχει καλή διδαχή και έχω λογισμό να τον επισκευθώ.
Ο Γέρων εκείνο το ευλογημένο βράδυ μας υποδέχθηκε με περισσή καταδεκτικότητα.
Μας ωδήγησε στην εκκλησία και ξοπίσω του ακολουθούσε γέροντας ξυπόλυτος, που φαινόταν τα γηρατειά να του σκόρπισαν τον νου και είχε απόλυτη εξάρτηση από τον παπα-Εφραίμ.
Όταν του συστηθήκαμε πως είμαστε θεολόγοι, μας κοίταξε μ’ ένα μειδίαμα συμπάθειας που μας προσγείωσε αμέσως.
Βρε τι μάθαμε στο σχολειό και τι πάθαμε στην έρημο!
Ήταν φοβερό: εμείς τα εικοσιπεντάχρονα παιδαρέλια να συστηνώμαστε θεολόγοι σ’ ένα λευκασμένο Γέροντα της ερήμου!
Πήραμε μάθημα δυνατό και το κρατώ ακόμη:
– Καλά μου παιδιά, θεολόγος είναι αυτός που ομιλεί με τον Θεό και όχι αυτός που σπουδάζει θεολογία.

Ο γέρος μας άφησε να επιστρέψουμε στους Δανιηλαίους καταγοητευμένοι. Φορτίσαμε το είναι μας από την σκηνή της ερήμου και ήταν αλήθεια, γιατί και αργότερα, οσάκις τον απαντήσαμε, φορτωμένοι φύγαμε από τον παπα-Εφραίμ.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
του Γέροντα Γρηγορίου
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου

Φώτης Κόντογλου: Η Πολιούχος των Αθηνών Αγία Φιλοθέη (19 Φεβρουαρίου)


Ἡ ἁγία Φιλοθέη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ γονιοὺς ἄρχοντες, μοναχοπαίδι τοῦ Ἀγγέλου Μπενιζέλου καὶ τῆς Συρίγας. Φιλοθέη ὀνομάσθηκε ὅταν ἔγινε καλογρηά, ἀλλὰ τὸ πρῶτο ὄνομά της ἦταν Ρεβούλα. Ἡ μητέρα της ἤτανε στείρα καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τῆς δώσει τέκνο, καὶ μία νύχτα εἶδε πὼς βγῆκε ἀπὸ τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας ἕνα φῶς δυνατὸ καὶ πὼς μπῆκε στὴν κοιλιά της.

Κι᾿ ἀληθινά, τὸ φῶς ἐκεῖνο ἤτανε ἡ ἁγιασμένη ψυχῆ τῆς κόρης ποὺ γέννησε σ᾿ ἐννιὰ μῆνες. Ἀπὸ μικρὴ φανέρωνε μὲ τὰ φερσίματα καὶ μὲ τὰ αἰσθήματά της ποιὰ θὰ γινότανε ὑστερώτερα, στολισμένη μὲ κάθε λογῆς ἀρετή. Στὴν εὐσέβεια εἶχε γιὰ ὁδηγό της τὴν ἴδια τὴ μητέρα της ποὺ ἤτανε εὐλαβέστατη.

Φτάνοντας σὲ ἡλικία δώδεκα χρονῶν τὴ ζήτησε γιὰ γυναῖκα κάποιος ἄρχοντας τοῦ τόπου, μὰ ἡ κόρη δὲν ἤθελε νὰ παντρευθεῖ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ γονιοί της τὴν παρακαλούσανε, ἡ τρυφερὴ ψυχή της δὲν βάσταξε νὰ τοὺς λυπήσει καὶ νὰ τοὺς παρακούσει καὶ στὸ τέλος παραδέχθηκε νὰ πανδρευθεῖ μὲ ἐκεῖνον τὸν πλούσιο ἄνθρωπο, ποὺ ἤτανε ὅμως πολὺ φτωχὸς στὴν ψυχή, διεστραμμένος καὶ κακός. Τρία χρόνια ἔζησε μαζί του ἡ Ρεβούλα κάνοντας ὑπομονὴ στὰ ἀπότομα φερσίματά του, ὡς ποὺ ὁ ἄνδρας της πέθανε κι᾿ ἀπόμεινε χήρα. Οἱ γονιοί της θελήσανε νὰ τὴν ξαναπανδρέψουνε, μὰ αὐτὴ τοὺς εἶπε καθαρὰ πὼς ἔταξε νὰ γίνει καλόγρηα.

Σὰν πεθάνανε οἱ γονιοί της, δέκα χρόνια ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ χήρεψε, δόθηκε ἐλεύθερα στὴν ἄσκηση, μὲ νηστεῖες, προσευχές, ἀγρύπνιες καὶ ἐλεημοσύνες. Κατήχησε τὶς ὑπηρέτριές της καὶ τὶς ἔκανε δοχεῖα τοῦ Πνεύματος. Κατὰ θέλημα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ εἶδε στὸν ὕπνο της, ἔχτισε ἕνα μοναστήρι μὲ ἐκκλησία στὄνομά του. Εἶναι ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ σῴζεται ἀκόμα πλάγι στὸ μέγαρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς στὴν ὁδὸ Ἁγίας Φιλοθέης. Ἀφοῦ τελείωσε τὸ μοναστήρι, ἡ Ρεβούλα χειροθετήθηκε μοναχὴ μὲ τὄνομα Φιλοθέη. Οἱ πρῶτες ἀδελφὲς ποὺ ζήσανε μαζί της ἤτανε οἱ δουλεύτρες ποὺ εἶχε στὸ πατρικὸ σπίτι της. Μὲ τὸν καιρὸ ἔδραμαν πλῆθος ἄλλες παρθένες κι᾿ ἀπὸ ἀρχοντικὲς οἰκογένειες καὶ ντυθήκανε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ζήσανε ἀγωνιζόμενες τὸν καλὸν ἀγώνα μὲ ὑποταγὴ στὴν ἄξια ἡγουμένισσα ποὺ τὶς διοικοῦσε στὸν πνευματικὸ δρόμο σὰν κάποια ἁγία Συγκλητική.

Τὰ ἁγιασμένα λόγια της ἔμπαιναν στὴν καρδιά τους σὰν δροσιὰ καὶ ἄνθιζαν μέσα τοὺς τὰ εὔοσμα ἄνθη τῶν ἀρετῶν. Καὶ τὰ ἔργα της βεβαιώνανε τὰ λόγια της κατὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέγει: «Ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε´, 19). Ὅπου μάθαινε πὼς βρίσκεται φτωχός, δυστυχισμένος, ἄρρωστος, χαροκαμένος, ἔτρεχε σὲ βοήθειά του μὲ περισσότερη προθυμία παρὰ ἂν ἔπαιρνε ἡ ἴδια τὴ βοήθεια ἀπ᾿ ἄλλον. Ἔχτισε νοσοκομεῖα καὶ γηροκομεῖα κοντὰ στὸ μοναστήρι της κι᾿ ἡ ἁγία Φιλοθέη δὲν φρόντιζε μοναχὰ γιὰ τὴ γιατρειά τους καὶ γιὰ τὴ σωματικὴ τροφὴ τοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πνευματική. Μὲ τὸν καιρό, πληθύνανε τόσο πολὺ οἱ ἀδελφὲς ποὺ μπήκανε στὸ μοναστήρι της, ποὺ δυστυχούσανε ἀπὸ κάθε πρᾶγμα ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε ἡ ἡγουμένη νὰ ἀπαντήσει τὰ μεγάλα ἔξοδα, κ᾿ οἱ καλογρηὲς γογγύζανε. Μὰ ἡ ἁγία τὶς καταπράϋνε μὲ λόγια ὑπομονετικά, κι᾿ ὁ Θεὸς ἔστελνε τὴ βοήθειά του πότε μ᾿ ἕναν τρόπο καὶ πότε μὲ ἄλλον ὡς ποὺ περνοῦσε ἡ στενοχώρια.

Ἐξὸν ἀπὸ τὰ ντόπια κορίτσια ποὺ συμμάζευε στὸ μοναστήρι της, ἔδινε προστασία καὶ σὲ ξένες γυναῖκες ποὺ ἐρχόντανε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ διάφορα μέρη σκλαβωμένες ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Μὲ τί κινδύνους καὶ μὲ τί βάσανα τὶς προστάτευε δὲν εἶναι μπορετὸ νὰ γράψουμε καταλεπτῶς σὲ τοῦτο τὸ σύντομο σημείωμα. Τέσσερες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς σκλάβες εἴχανε ἀκουστὰ τὴν ἁγία Φιλοθέη κι᾿ ἐπειδὴ τὶς βασανίζανε οἱ ἀφεντάδες τους νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, φύγανε κρυφὰ καὶ καταφύγανε στὸ μοναστήρι. Ἡ ἁγία τὶς πῆρε μέσα καὶ τὶς στερέωσε στὴν πίστη τους καὶ περίμενε εὔκαιρη περίσταση γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τὶς στείλει στὸν τόπο τους. Μὰ οἱ Τοῦρκοι, ποὺ εἴχανε τὶς σκλάβες, μάθανε πὼς τὶς εἶχε περιμαζέψει ἡ Φιλοθέη καὶ μπήκανε σὰν θηρία στὸ κελλί της ποὺ κειτότανε ἄρρωστη καὶ τὴν τραβήξανε καὶ τὴν πήγανε στὸν πασά. Καὶ κεῖνος πρόσταξε νὰ τὴ ρίξουνε στὴ φυλακή.

Ἡ ἁγία δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ ἑτοιμάσθηκε νὰ χύσει τὸ αἷμα της γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἄλλη μέρα μαζευθήκανε πολλοὶ Τοῦρκοι καὶ φωνάζανε νὰ σκοτώσουνε τὴν ἁγία. Κι᾿ ὁ πασᾶς πρόσταξε νὰ τὴ βγάλουνε ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ νὰ τὴν παρουσιάσουνε μπροστά του, καὶ τῆς εἶπε νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὰ δυό, ἢ ν᾿ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της ἢ νὰ κοπεῖ τὸ κεφάλι της. Μὰ ἡ ἁγία ἀπάντησε μὲ ἀφοβία πὼς εἶναι ἕτοιμη νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ πασᾶς θἄβγαζε τὴν ἀπόφαση νὰ κόψουνε τὸ κεφάλι της, ἀλλὰ προφθάσανε κάποιοι ἐπίσημοι χριστιανοὶ καὶ μὲ τὰ παρακάλια τοὺς ἀλλάξανε τὴ γνώμη τοῦ πασᾶ καὶ πρόσταξε νὰ τὴ βγάλουνε ἀπὸ τὴ φυλακή.

Γυρίζοντας στὸ μοναστήρι της ἡ ὁσία, δὲν ἔπαψε νὰ πορεύεται ὅπως καὶ πρὶν στὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ. K᾿ ἐπειδὴ πληθαίνανε ὁλοένα οἱ μαθήτριές της, ἔχτισε κι᾿ ἄλλο μοναστήρι στὴν τοποθεσία Πατήσια, κι᾿ αὐτὸ στὄνομα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα. Ἀλλὰ ἔχτισε μετόχια καὶ στὴ Τζια καὶ στὴν Αἴγινα, κι᾿ ἐκεῖ ἔστελνε τὶς ἀδελφὲς ποὺ ἔπρεπε νὰ μακρύνουνε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ κάποια αἰτία.

Σ᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀσκητήρια οἱ καλογρηὲς δουλεύανε στοὺς ἀργαλειοὺς καὶ σὲ ἄλλα ἐργόχειρα, σὰν τὶς προκομμένες μέλισσες μέσα στὸ κουβέλι. Φτωχὰ κι᾿ ὀρφανὰ κορίτσια βρήκανε προστασία κ᾿ ἐργασία μέσα σ᾿ ἐκεῖνα τὰ καταφύγια. Σὲ ὅ,τι κτήματα εἶχε ἡ ἁγία ἀπὸ τοὺς γονιούς της, ἔχτισε μοναστήρια καὶ φτωχοκομεῖα. K᾿ εἶχε πολλὴ περιουσία. Ἕνας προπάππος τῆς εἶχε πάρει τὴ «δεχατέρα τοῦ ἀφέντη τῆς Ἀθήνας καὶ πῆρε προίκα ὅλη τὴν Κηβισιὰ καὶ τὸν Ἀχλαδόκαμπο ποὺ εἶναι πρὶν ἀπὸ τὸ Χαλιάντρι». Στὸ κτῆμα ποὺ εἶχε στὸν Περισὸ ἔχτισε ἄλλο μοναστήρι στὸ μέρος ποὺ τὸ λένε τώρα Καλογρέζα. Ὅλη ἡ φτωχολογιὰ τὴν εἶχε σὰν πονετικιὰ μάνα. Μὲ κάθε τρόπο πάσχιζε νὰ ἀνακουφίσει τοὺς δυστυχισμένους, τοὺς τάιζε, τοὺς ἄνοιγε πηγάδια γιὰ νάχουνε νερό, τοὺς γιάτρευε, τοὺς ἔβρισκε δουλειά. Ὁ κόσμος τὴν ἔλεγε «κυρὰ δασκάλα».

Τὴν παραμονὴ τοῦ ἁγίου Διονυσίου στὰ 1589 ἡ ἁγία Φιλοθέη βρισκότανε στὸ μοναστηράκι ποῦχε χτισμένο στὰ Πατήσια. Τὸ βράδυ συναχθήκανε οἱ ἀδελφὲς γιὰ νὰ κάνουνε ἀγρυπνία. Κάποιοι Ἀγαρηνοί, ποὺ τὴν ἐχθρευόντανε ἀπὸ καιρό, πηδήσανε ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ πιάνοντας τὴν ἁγία ἀρχίσανε νὰ τὴ χτυπᾶνε ὡς ποὺ τὴν ἀφήσανε μισοπεθαμένη. Τὴν ἄλλη μέρα τὴ σηκώσανε οἱ ἀδελφὲς καὶ τὴν πήγανε στὸ μετόχι ποῦχε στὸν Περισό. Σὰν συνέφερε λίγο, ἔπιασε τὴν προσευχή, εὐχαριστώντας τὸ Θεὸ γιατὶ ἀξιώθηκε νὰ πληρωθεῖ μὲ κακία γιὰ τὰ καλὰ ποὺ ἔκανε στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ μοιάσει σ᾿ αὐτὸ μὲ τὸν Χριστό, κατὰ τὰ λόγια του ἀποστόλου Πέτρου ποὺ λέγει: «καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε» (Α´ Πέτρ. δ´ 13). Στὶς 19 Φεβρουαρίου τοῦ 1589 παρέδωσε τὴν καθαρὴ ψυχή της στὸν Κύριο, ποὺ ὑπόμεινε τόσα βάσανα γιὰ τὴν ἀγάπη του.

Τὸ ἅγιο σκήνωμά της θάφτηκε στὸ μοναστηράκι τῆς Καλογρέζας κι᾿ ἀπὸ κεῖ ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ βρίσκεται στὴ σημερινὴ Ἀρχιεπισκοπή. Μετὰ πολλὰ χρόνια, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ἐκκλησιὰ κόντευε νὰ γκρεμνισθεῖ, τὸ πήγανε στὸν ἅγιο Ἐλευθέριο κι᾿ ἀπὸ κεῖ στὴ σημερινὴ μητρόπολη, μέσα στ᾿ ἅγιο βῆμα. Στὸ μνῆμα της ἀπάνω βρεθήκανε γραμμένα τοῦτα τὰ λόγια:

«Φιλοθέης ὑπὸ σῆμα τόδ᾿ ἁγνῆς κεύθει σῶμα,
ψυχὴν δ᾿ ἐν μακάρων θήκετο Ὑψιμέδων».

Ἡ Φιλοθέη ἀνακηρύχθηκε ἁγία ἐπὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ματθαίου B´ (1595-1600). Νεόφυτος ὁ μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἀφοῦ ἐξήτασε καὶ ἐρεύνησε τὰ κατὰ τὸν βίον καὶ τὸ μαρτύριον τῆς ὁσίας, σύνταξε ἀναφορὰ στὸ Πατριαρχεῖο μαζὶ μὲ τοὺς ἐπισκόπους Κορίνθου καὶ Θηβῶν καὶ μὲ τοὺς προκρίτους τῆς Ἀθήνας γιὰ νὰ τάξει τὴν ὁσία Φιλοθέη στοὺς χοροὺς τῶν ἁγίων. Σ᾿ αὐτὸ τὸ συνοδικὸ ἔγγραφο εἶναι γραμμένα καὶ τοῦτα: «Ἐπειδὴ ἐδηλώθη ἀσφαλῶς ὅτι τὸ θειότατον σῶμα τῆς ὁσιωτάτης Φιλοθέης εὐωδίας πεπληρωμένον ἐστι καὶ μύρον διηνεκῶς ἐκχεῖται, ἀλλὰ καὶ τοῖς προσιοῦσί τε ἀσθενέσι τε καὶ θεραπείας δεομένοις τὴν ἴασιν δίδωσι… τούτου χάριν ἔδοξε ἡμῖν τε καὶ πάσῃ τῇ ἱερᾷ Συνόδῳ τῶν καθευρεθέντων ἐνταῦθα ἀρχιερέων συγγραφῆναι καὶ ταύτην ἐν τῷ χορῷ τῶν ὁσίων καὶ ἁγίων γυναικῶν, ὥστε κατ᾿ ἔτος τιμᾶσθαι καὶ πανηγυρίζεσθαι».

Αὐτὸς εἶναι μὲ ὀλιγολογία ὁ βίος τῆς Ἀθηναίας ἁγίας Φιλοθέης, ποὺ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ γένους μας στὸν τυραννισμένον καιρὸ τῆς σκλαβιᾶς. Δὲν στάθηκε αὐστηρὴ μονάχα στὸ νὰ κάνει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μὰ ἀγωνίσθηκε καὶ πνευματικὰ γιὰ νὰ στερεωθεῖ ἡ ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας σὰν κάστρο ποὺ θὰ ἀποσκέπαζε τὸν Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἐκφυλισμὸ καὶ τὴν ἀποβαρβάρωση. Ὅλα τὰ θυσίασε, πλούτη, ἀνάπαυση, ζωή, γιὰ τὴν πίστη τῶν πατέρων της. «Θλίψις συνέχει τὴν ψυχήν της» βλέποντας οἱ χριστιανοὶ νὰ μὴν ἔχουνε στὰ «πάτρια» τὴν ἀγάπη ποὺ ἔπρεπε, ἀλλὰ νὰ ζοῦνε μουδιασμένοι, ἀδιάφοροι, μὲ ψυχὴ γεμάτη δειλία, μικροψυχία, πονηριά.

Τὴν Ἀκολουθία της τὴν ἔγραψε κάποιος σοφὸς καὶ εὐλαβὴς ἄνθρωπος Ἱέραξ λεγόμενος. Ἀνάμεσα στὰ ὡραῖα ἐγκώμια εἶναι καὶ τοῦτο: «Δαυῒδ γὰρ τὸ πρᾶον ἔσχες καὶ Σολομῶντος, σεμνή, τὴν σοφίαν, Σαμψῶν τὴν ἀνδρείαν, καὶ Ἀβραὰμ τὸ φιλόξενον, ὑπομονήν τε Ἰώβ, τοῦ Προδρόμου δὲ θείαν ἄσκησιν…».

Τὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ βρισκότανε στὸ σημερινὸ δρόμο τῆς Ἁγίας Φιλοθέης τὴν ἐγκρέμνισε ὁ μητροπολίτης Ἀθηνῶν Γερμανὸς Καλλιγᾶς, παρ᾿ ὅτι εἶχε μεγάλο σέβας στὴν ἁγία, ἐπειδὴ ἤτανε ραγισμένοι οἱ τοῖχοι, κ᾿ ἔχτισε στὰ ἴδια θεμέλια τὸ παρεκκλήσι ποὺ ὑπάρχει τώρα, ἐνῷ μποροῦσε νὰ στερεώσει τὴν παλιὰ ἐκκλησία ποὺ εἶχε ὡραῖες τοιχογραφίες. Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ (ὁ Γερμανὸς στάθηκε μητροπολίτης ἀπὸ τὰ 1889 ἕως τὰ 1896) δὲν γνωρίζανε οἱ ἄνθρωποι τὴν ἀξία τῆς βυζαντινῆς τέχνης. Ἡ καινούργια ἐκκλησιὰ ποὺ χτίσθηκε εἶναι ψυχρή, κακότεχνη, γυμνή. Ὅποιος μπαίνει μέσα, δὲν αἰσθάνεται κατάνυξη. Ἀλλ᾿ ἡ ἐκκλησιὰ τοῦ μετοχιοῦ ποὺ εἶχε χτίσει ἡ ὁσία στὰ Πατήσια γκρεμνίσθηκε καὶ κείνη ἀπὸ τὴν πολυκαιρία καὶ γιατὶ δὲν μπορούσανε οἱ χριστιανοὶ νὰ τὴν περιποιηθοῦνε ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Τούρκων πρὶν νὰ σηκωθεῖ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821.

Ὡς πρὸ ὀλίγα χρόνια κειτόντανε οἱ κολόνες μέσα στὰ ἀγριάγκαθα, στεκότανε ὄρθια μοναχὰ ἡ χυβάδα (κόγχη) τοῦ ἱεροῦ κ᾿ ἡ πόρτα μὲ τὸ δυτικὸ τοῖχο. Κάποιοι εὐλαβεῖς χριστιανοὶ τὴν ἀναστηλώσανε μὲ τὴν ὁδηγία τοῦ κ. Ὀρλάνδου καὶ τώρα βρίσκεται πάλι ἀπαράλλαχτη ὅπως ἤτανε στὰ χρόνια της ἁγίας Φιλοθέης, ἕνα ταπεινὸ μὰ ἀτίμητο στόλισμα ἀνάμεσα στὰ ἀκαλαίσθητα καὶ ξενόμορφα σπίτια ποὺ χτισθήκανε γύρω στὸ γηραλέο αὐτὸ ἐκκλησάκι. Ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ τὸ στόλισα μὲ ἁγιογραφίες, ὅπως ἤτανε ὁ πόθος μου. Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα ζωγράφισα καὶ τὸ μοναστήρι, ὅπως ἤτανε τότε, μὲ τὴν ἡγουμένη ἁγία Φιλοθέη καὶ τὶς ἀδελφὲς ποὺ πηγαίνουνε στὴν ἐκκλησία.

Φαίνεται πῶς ὅλη ἡ οἰκογένεια τῶν Μπενιζέλων ἤτανε ἄνθρωποι φιλόθρησκοι. Στὸ νάρθηκα τῆς Καισαριανῆς εἶναι γραμμένη ἀπὸ τὸ ζωγράφο ποὺ τὸν ἁγιογράφησε τούτη ἡ ἐπιγραφή:

«Ἰστόρηται ὁ πρόναος οὗτος ἤτοι νάρθηξ διὰ δαπάνης τῶν προσδραμόντων τῇ μονῇ φόβῳ λοιμοῦ τῇ κραταιᾷ χειρὶ τῆς πανυμνήτου Τριάδος καὶ σκέπῃ τῆς μακαρίας Παρθένου, οἵτινες εἰσὶν ὁ εὐγενὴς καὶ λογιώτατος Μπενιζέλος υἱὸς Ἰωάννου, ἅμα ταῖς εὐγενέσιν ἀδελφαῖς καὶ τῇ τεκούσῃ καὶ τῇ λοιπῇ αὐτοῦ συνοδείᾳ. Ἐπὶ ἡγουμένου Ἰεροθέου τοῦ σοφωτάτου ἱερομονάχου. Διὰ χειρὸς δὲ Ἰωάννου Ὑπάτου του ἐκ Πελοποννήσου. Ἔτει αϠχβ´ (1682) μηνὶ Αὐγούστω κ´ (20)».

Ἕνας Μπενιζέλος, ὁ Νικόλας, γίνηκε κι᾿ ἁγιογράφος, μαθητὴς τοῦ Γεωργίου Μάρκου τοῦ Ἀργείου ποὺ ζωγράφισε πολλὲς ἐκκλησιὲς στὰ μέρη τῆς Ἀττικῆς, ἀπὸ τὰ 1727 ὡς τὰ 1740 ἀπάνω-κάτω. Στὴν παλιὰ ἐκκλησιὰ τῆς Παναγίας στὸ Κορωπὶ εἶναι γραμμένο: «Ἱστορήθη δὲ κατὰ τὸ αψλβ´ (1732) διὰ χειρὸς Γεωργίου Μάρκου καὶ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Νικολάου Μπενιζέλου». Μαζὶ μὲ τὸ μάστορά του δούλεψε ὁ Μπενιζέλος καὶ στὸ τελευταῖο ἔργο του, τὴν ἁγιογράφηση τῆς Μονῆς τῆς Φανερωμένης στὴ Σαλαμίνα, ὅπως φανερώνει ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ σῴζεται καὶ ποὺ λέγει: «ΑΨΛE (1635). Ἱστορήθη ὁ θεῖος καὶ πάνσεπτος Ναὸς οὗτος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν διὰ συνδρομῆς κόπου τε καὶ δαπάνης… Ἱστορήθη δὲ διὰ χειρὸς Γεωργίου Μάρκου ἐκ πόλεως Ἄργους καὶ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Νικολάου Μπενιζέλου, Γεωργάκης καὶ Ἀντώνιος».

Φώτης Κόντογλου ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996

Το θαύμα της παναγίας προυσιώτισσας και το βρέφος που το πέταξαν στα σκουπίδια

Τα βάσανα της ζωής, την έκαναν να υπηρετεί στη Μονή της Παναγίας της Προυσιώτισσας κάθε Δεκαπενταύγουστο.

Διηγείτο η ίδια: Μία περίοδο, δούλευα παραδουλεύτρα σε έναν γιατρό, που ήταν καλοπληρωτής, αλλά και πολύ σκληρός σαν τον άνδρα μου. Μια μέρα πήρα τον κάδο των σκουπιδιών, για να πάω να τα πετάξω και ξαφνικά άκουσα ενα κλαυθμύρισμα.

Φθάνοντας στο σκουπιδότοπο, άνοιξα το καπάκι και βλέπω ένα μωρό μέσα στα αίματα. Παναγιά μου τι να κάνω; Να γυρίσω στο γιατρό, δεν γίνεται, γιατί αυτός το πέταξε, όμως αν το πάρω στο σπίτι, ο άντρας μου θα με σφάξει σαν ”Λαμπριάτικο αρνί». Το πήρα, το φίλησα σκουπίζοντας τα αίματα και το έσφιξα στην αγκαλιά μου, γιατί ήταν ο χειμώνας πολύ παγερός. Όταν έφτασα στο σπίτι, δεν ήταν κανείς. Είπα μέσα μου: «Ο Θεός είναι μαζί μου» και αφού το έπλυνα το τύλιξα σε μία παλιά μου πουκαμίσα και το σταύρωσα προσευχόμενη:
«Παναγία μου Προυσιώτισσα, χαρίτωσε το να μην κλάψει!».

Και το θαύμα έγινε!!!… Το μωρό για δύο χρόνια, δεν έκλαψε! Το τάϊζα κρυφά και το κοίμιζα κάτω από το κρεβάτι μας. Όταν ερχόταν ο άνδρας μου, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Πέρασε ο καιρός και το παιδί άρχισε να μπουσουλά.

Οπότε ένα μεσημέρι, εκεί που τρώγαμε, ξετρύπωσε το μωρό και ήρθε κάτω από το τραπέζι. Μόλις το είδε ο άνδρας μου, τα μάτια του γυάλισαν σαν του λιονταριού. «Τι είναι αυτό;», μου λέει. Τότε έκανα τον σταυρό μου και του είπα το μυστικό. Συγκινήθηκε και το δέχθηκε, σαν να ήταν δικό του! Το παιδί αυτό τώρα έχει παντρευτεί και εργάζεται στο Καρπενήσι. Από το παιδί αυτό έχω ένα ποτήρι νερό, ενώ από τα δικά μου τίποτα!”…

ΤΟ ΔΙΑ ΚΟΛΛΥΒΩΝ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΤΗΡΩΝΟΣ

Κατά το Α’ Σάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας εορτάζει ένα γεγονός που έλαβε χώρα γύρω στα μέσα του 4ου αιώνος, τον καιρό της βασιλείας του Ιουλιανού, ανηψιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Ο Ιουλιανός, ο επιλεγόμενος και Παραβάτης ή Αποστάτης, αν και ήταν χειροθετημένος αναγνώστης, μόλις ανέβηκε στο θρόνο των Ρωμαίων,  αρνήθηκε το άγιο βάπτισμα. Άρχισε διωγμό κατά της Εκκλησίας, κρυφό αλλά και φανερό και προσπάθησε να επαναφέρει σε ισχύ την ειδωλολατρική θρησκεία. Γνωρίζοντας ότι οι χριστιανοί άρχιζαν τη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, θέλησε να τους μολύνει. Διέταξε λοιπόν, κρυφά, όλες οι τροφές στην αγορά να ραντισθούν με αίματα ειδωλολατρικών θυσιών.


Όμως με Θεία ενέργεια, φάνηκε στον ύπνο του τότε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ευδoξίου, ο μάρτυρας Θεόδωρος και φανέρωσε το πράγμα. Παρήγγειλε να ενημερωθούν όλοι οι χριστιανοί, να μην αγοράσουν καθόλου τρόφιμα από την αγορά και για να αναπληρώσουν την τροφή να βράσουν σιτάρι και να φάνε τα λεγόμενα κόλλυβα, όπως τα έλεγαν στα Ευχάϊτα, την πατρίδα του αγίου. Έτσι και έγινε και ματαιώθηκε ο σκοπός του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα να εμπαίξει τους χριστιανούς και τις λατρευτικές τους συνήθειες. Και το Σάββατο τότε, ο ευσεβής λαός που διαφυλάχθηκε αμόλυντος στην καθαρά εβδομάδα, απέδωσε ευχαριστίες στον μάρτυρα. Από τότε, η Εκκλησία τελεί κάθε έτος την ανάμνηση αυτού του γεγονότος εις δόξαν Θεού και τιμή του μεγαλομάρτυρα αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.

Τα κόλλυβα λοιπόν ή το βρασμένο στάρι, σήμερα διακοσμημένο και με άλλα υλικά, αποδίδεται μεν στην νουθεσία του αγίου Θεοδώρου και γι’ αυτό τιμητικά προσφέρουμε κόλλυβα και στην μνήμη του, αλλά και στη μνήμη άλλων αγίων. Είναι κόλλυβα τιμής αυτά και διαφέρουν από τα κόλλυβα τα προσφερόμενα εις μνημόσυνο των ευσεβώς κεκοιμημένων. Γιατί, όντως τα κόλλυβα και το σιτάρι συνδέονται με την κοίμηση των χριστιανών και την πίστη στην ανάσταση των νεκρών, την ίδια εκείνη πίστη που ομολογούμε στο Σύμβολο λέγοντας: «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Ο βρασμένος σίτος πού είναι κατά κάποιον τρόπο «νεκρός» μας φέρνει στο νου τα λόγια του Χριστού πρό της θυσίας και του ζωοποιού του θανάτου: «αμήν αμήν λέγω υμίν εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη αυτός μόνος μένει εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει». Έτσι , λοιπόν και οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας «σπείρονται» στην γη εν φθορά, αλλά πρόκειται να αναστηθούν εν δόξη και αφθαρσία. Σύμβολο της ανάστασης μας είναι τα κόλλυβα, της εσχατολογικής μας αφύπνισης από τον ύπνο του θανάτου.

Το όφελος των κολλύβων λοιπόν είναι το εξής: Τα μεν προσφερόμενα εις τιμήν και μνήμην αγίων μας δίδονται για αγιασμό και ευλογία και ανάμνηση ότι εκείνοι νίκησαν τον θάνατο της αμαρτίας και πρόκειται να αναστηθούν και να σταθούν στα δεξιά του Θεού εν ημέρα Κρίσεως. Τα κόλλυβα υπέρ των κεκοιμημένων έχουν διδακτικό σκοπό και ομολογιακό ύφος: πιστεύουμε και ομολογούμε με τα κόλλυβα του σίτου, την τελική ανάσταση των κεκοιμημένων και ευχόμαστε να αναστηθούν εν αφθαρσία.

Άξιζει να σημειωθεί, ότι το λειτουργικό βιβλίο της περιόδου αυτής, το γνωστό Τριώδιο, περιλαμβάνει μια ωραία ακολουθία για την ευλογία των κολλύβων προς τιμήν του Αγίου Θεοδώρου.  Η αντίληψη λοιπόν ότι «το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων είναι το τρίτο ψυχοσάββατο», όπως αδαώς επικρατεί στις μέρες μας, είναι εντελώς αστήρικτη και εσφαλμένη. Ας αναλογιστούμε ότι το Σάββατο είναι ημέρα για τους κεκοιμημένους καθ’ όλο τον χρόνο, εκτός από το Σάββατο του Λαζάρου, το Μέγα Σάββατο, το Σάββατο της Διακαινησίμου (του Πάσχα), αλλά κι όταν συμπέσει Δεσποτική (του Χριστού) ή Θεομητορική (της Παναγίας) εορτή το Σάββατο. Μπορούμε, επομένως, να προσφέρουμε κόλλυβα για τους κεκοιμημένους κάθε Σάββατο, με τις εξαιρέσεις που αναφέραμε, πέρα από τα δύο επίσημα Ψυχοσάββατα – της Απόκρεω και της Πεντηκοστής. 

Ας αφιερώσουμε αυτό το Σάββατο της Α’ εβδομάδος της Τεσσαρακοστής, τιμώντας τον Άγιο Θεόδωρο -κι όχι τους νεκρούς μας- για να έχουμε τις πρεσβείες του στον Θεό και να στοιχιζόμαστε στην αγιοπαράδοτη ευσέβεια της Εκκλησίας μας, που θέλει «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω».   

 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΔΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟΝ 
ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΚΟΛΛΥΒΩΝ

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Τήρων καταγόταν από ένα χωριό της Αμάσειας της Καππαδοκίας, που ονομαζόταν Χουμιαλά. Έζησε κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Μαξιμιανού, Γαλερίου και Μαξιμίνου.

Ονομάζεται Τήρων, διότι κατετάγη στο στράτευμα των Τηρώνων, δηλαδή των νεοσυλλέκτων, από την λατινική λέξη tiro διοικούμενος από τον Βρίγκα.
Ο Θεόδωρος μετά από μια επιτυχημένη εκστρατεία κατά του φοβερού δράκου της περιοχής αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα. Αμέσως κατάλαβαν ότι είναι Χριστιανός κλήθηκε στο κριτήριο σε απολογία. Εκεί ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον Χριστό χωρίς δισταγμό.


Ο διοικητής Βρίγκας δεν θέλησε να προχωρήσει στην άμεση σύλληψη και τιμωρία του Θεοδώρου, αλλά τον άφησε να σκεφθεί και να απαντήσει την επόμενη ημέρα. Πίστευε ότι ο Θεόδωρος θα άλλαζε γνώμη και θα θυσίαζε στα είδωλα.
Ο Θεόδωρος, όχι μόνο παρέμεινε αδιάσειστος στην πίστη του, αλλά έκαψε το ναό της μητέρας των θεών Ρέας, μαζί και το είδωλο της.


Αμέσως συνελήφθη και ομολόγησε την πράξη του λέγοντας: «ομολογώ ότι εγώ είμαι εκείνος όστις κατέκαυσα τον βωμόν της Ρέας, διότι ηθέλησα να δοκιμάσω και να ίδω, εάν είναι θεά αληθινή· αλλ’ είδα ότι είναι ξύλο κωφόν και αναίσθητον· και τοιαύτην τιμήν πρέπει να έχουσι τα είδωλα, επειδή οφθαλμούς έχουσι και δεν βλέπουσι, ώτα έχουσι και δεν ακούουσι, στόμα έχουσι και δεν ομιλούσι, πόδας έχουσι και δεν περπατούσι.

Τι θεοί λοιπόν είναι αυτά τα άλαλα ξύλα;» με εντολή του άρχοντος Πουπλίου μαστιγώθηκε δυνατά και έπειτα ρίχθηκε από τον Βρίγκα σε πυρακτωμένη κάμινο, όπου και τελειώθηκε μαρτυρικά.

Πενήντα χρόνια περίπου αργότερα από το μαρτύριο του αγίου, έγινε βασιλιάς ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, έκανε πολλά και διάφορα εναντίον των Χριστιανών.

Προσπάθησε να αναστήσει την παλαιά ειδωλολατρική θρησκεία των Ελλήνων. Στην εποχή του είχαν ουσιαστικά ξαναρχίσει οι διωγμοί των Χριστιανών και τα βασανιστήρια.

Ο Ιουλιανός, γνώριζε πολύ καλά τα ήθη των Χριστιανών και ότι την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής εξαγνίζονται με την νηστεία και με τη θερμή προσευχή.

Γι’ αυτό κάλεσε τον έπαρχο της πόλεως και του ανέθεσε να επιβλέψει την εκτέλεση της εξής εντολής: Να αποσύρουν από την αγορά όλα τα καθαρά τρόφιμα και να τα αντικαταστήσουν μ’ εκείνα πού ήταν ραντισμένα με το αίμα των θυσιών. Αυτά ονομάζονται ειδολόθυτα.

Με τον τρόπο αυτό αναγκαστικά, θα αγόραζαν όλοι να φάνε και θα γευόντουσαν τα ειδολόθυτα, ή αν δεν υπάκουαν, θα πέθαιναν από την πείνα.
Ο έπαρχος έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τη διαταγή του Ιουλιανού και αποσύρθηκαν από την αγορά τα τρόφιμα. Αντικαταστάθηκαν βέβαια με τα μιασμένα. Φάνηκε έτσι προς στιγμήν ότι κέρδιζε ο διάβολος, ο υποκινητής, εμπνευστής και Πατέρας του Ιουλιανού.

Ο Θεός όμως ως Παντοδύναμος και Πάνσοφος, δεν εγκατέλειψε το λαό Του.
Παρουσιάζεται ο Μεγαλομάρτυς Θεόδωρος στον Πατριάρχη Ευδόξιο και του φανερώνει το σχέδιο του Ιουλιανού με τα έξης λόγια:
«Σήκω γρήγορα, Πατριάρχη, συγκέντρωσε το ποίμνιο του Χριστού, και διαφύλαξε αυτό μετά μεγάλης προσοχής, παραγγέλοντάς τους να μην αγοράσει κανείς από τα τρόφιμα που υπάρχουν στην αγορά διότι ο δυσσεβέστατος Ιουλιανός κατεμόλυνεν απάντα δια του μιαρού αίματος της θυσίας αυτού».

Ο Πατριάρχης απορώντας είπε προς τον Άγιο:
«Πώς είναι δυνατόν, Κύριε μου, να γίνει αυτό; Διότι, οι μεν πλούσιοι μπορούν να το εφαρμόσουν διότι έχουν τρόφιμα στις αποθήκες τους, οι φτωχοί όμως, που δεν θα έχουν ούτε μιας ημέρας τρόφιμα, τί θα κάνουν μπροστά σ’ αυτή την ανάγκη;»

Ο Άγιος του απαντά:
«Να τους προσφέρεις κόλλυβα, για να καλύψεις την ανάγκη τους».

Επειδή ο Πατριάρχης άκουγε για πρώτη φορά για τα κόλλυβα, τον ρώτησε με απορία: «Τί είναι αυτά τα κόλλυβα; δεν το γνωρίζω.

nullΟ Μάρτυρας του αποκρίθηκε:
«Είναι σιτάρι. Να το βράσεις και να το μοιράσεις στους Χριστιανούς», προσθέτοντας: «Το βρασμένο σιτάρι στην χώρα των Ευχαΐτων συνηθίζουμε να το λέμε κόλλυβα. Αυτό, κάνε και διατήρησε το ποίμνιο του Χριστού αβλαβές και αμίαντο».

Ο Πατριάρχης εκστατικός τον ρωτάει:
«Ποιος είσαι εσύ Κύριε μου, πού φροντίζεις με αγάπη και ευσπλαχνία για τη σωτηρία μας;»

Ο Άγιος του αποκρίθηκε:
 «Εγώ είμαι ο Μάρτυς του Χριστού Θεόδωρος, ο οποίος απεστάλην παρ’ αυτού εις σωτηρίαν και βοήθειαν ιδικήν σας».

Ο Άγιος έγινε άφαντος, ο Πατριάρχης σηκώθηκε με θαυμασμό και γεμάτος χαρά συγκέντρωσε το λαό του Χριστού όπου τους φανέρωσε την παρουσία και την βοήθεια του Μάρτυρα.
Συγχρόνως έκανε σύμφωνα με το λόγο του. Έβρασε, σιτάρι και το μοίρασε στο λαό όπου με τον τρόπο αυτόν διαφυλάχθηκε το ποίμνιο του Χριστού.
Στην αγορά, αν και τελείωνε η εβδομάδα, κανένας Χριστιανός δεν αγόρασε από τα μιασμένα τρόφιμα.
Ο Ιουλιανός νικημένος πλέον απέσυρε από την αγορά τα μιασμένα τρόφιμα και επανέφερε τα καθαρά.


Οι Χριστιανοί ύμνησαν και δοξολόγησαν το Θεό αλλά και το Μάρτυρα Θεόδωρο, και για χάρη του έκαναν λαμπρή γιορτή.
Από τότε καθιερώθηκε το Σάββατο της πρώτης Εβδομάδας των Νηστειών να γιορτάζεται στην Εκκλησία μας το δια κολλύβων θαύμα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.

ΓΙΑΤΙ Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΕ ΤΟ «Ευλογημένη η Βασιλεία…»;

Του Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου

Πως αρχίζει η Θεία Λειτουργία και γιατί; «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν». Γιατί αρχίζει έτσι ο ιερεύς; Τι θέλει να πη;

Μπροστά μας ανοίγει ο Χριστός ένα εξαίσιο θέαμα. Μπροστά μας παρουσιάζει μια ουράνια οπτασία. Μπροστά μας ο Χριστός ανοίγει την βασιλείαν του. Όπως πηγαίνεις σε ένα κατάστημα και σου ανοίγει ο έμπορος το τόπι του υφάσματος και το βλέπεις, το πιάνεις, δοκιμάζεις την αντοχή του, βλέπεις την ομορφιά του και λες αυτό θα αγοράσω, έτσι κάνει εκείνην την ώρα ο Χριστός.

Μπροστά στα μάτια μας ανοίγει την βασιλείαν του, να την δούμε, να την νοιώσωμε, να την χορτάσωμε και να πούμε: Αυτήν διαλέγω και εγώ για την ζωή μου. Άραγε το νοιώθει η ψυχή μας αυτό;Ο ιερεύς το καταλαβαίνει την ώρα εκείνην εις το θυσιαστήριον. Κτυπά δυνατά η καρδιά του, πάει να τυφλωθή, όπως τυφλώθηκε ο Παύλος στον δρόμο προς την Δαμασκόν, όταν είδε τον Χριστόν. (Πράξ. 9,3-9). Τα μάτια του τα πνευματικά βλέπουν το εκθαμβωτικό φως του Θεού. Γι’ αυτό γεμάτος έκστασι ξεσπά.

«Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Η δόξα σου στην βασιλεία σου, Χριστέ μου, γεμίζει τα πάντα. Έχετε δει, όταν στολίζουν την νύφη για να την φωτογραφήσουν, πώς το μεγάλο πέπλο της πιάνει όλο το δωμάτιο και τα κράσπεδα του ιματίου της καλύπτουν το δάπεδο, για να δείξουν την δόξαν της και την ομορφιά της; Έτσι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού την ώρα εκείνην απλώνεται εις όλον τον χώρο μπροστά στα μάτια μας. Ποια είναι αυτή η ευλογημένη, η δοξασμένη, η τιμημένη, η ανώτερη από κάθε άλλο βασιλεία; Είναι η βασιλεία των ουρανών, η βασιλεία του Θεού• είναι ο παράδεισος, εις τον οποίον μας έβαλε ο Χριστός• είναι η αγία μας Εκκλησία. 

Βασιλεύς είναι ο τρισήλιος Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. Υπηρέται του βασιλέως είναι οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι, θρόνοι, αρχαί, εξουσίαι, κυριότητες, δυνάμεις, τα πολυόμματα χερουβίμ και τα εξαπτέρυγα σεραφείμ. Στρατηγοί του βασιλέως είναι οι άγιοι. Βασίλισσα είναι η Κυρία Θεοτόκος. Στρατιώτες πιστοί είναι οι χριστιανοί, όσοι είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν τον Χριστόν ό,τι και αν τους κοστίση, όλοι εκείνοι που είναι πρόθυμοι να φέρουν το τιμημένο όνομά του, όλοι εκείνοι που αποτελούν την Εκκλησίαν του.

Όλοι λοιπόν, ο Χριστός, οι άγιοι, η Θεοτόκος, οι άγγελοι, οι πιστοί όλων των αιώνων κατά την ώρα της λειτουργίας είναι μαζί μας. Επομένως, όταν λέγη ο ιερεύς «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός», ξεχνάει τον εαυτόν του, το σπίτι του. Ξεχνάει τον κόσμο, όλα εκείνα που βλέπει, και προσηλώνει την καρδιά του και την σκέψι του σε εκείνα που καταλαβαίνει, τα μυστικά, τα αόρατα, που του παρουσιάζει μπροστά του ο Χριστός.

Γι’ αυτό ακριβώς, νοιώθοντας την δόξαν του Χριστού, του ουρανίου βασιλέως, με γόνατα που τρέμουν, με ψυχή που πάει να λυγίση κάτω από το βάρος της ευθύνης, με μάτια που διεισδύουν εις τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, τρεμάμενος λέγει• «Ότι πρέπει σοι πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις»• σε εσένα, Χριστέ μου, που είσαι τόσο δοξασμένος, που δορυφορείσαι από τόσους αγίους και αγγέλους, σε εσένα αρμόζει η δόξα και η τιμή και η προσκύνησις.

Μπροστά μας λοιπόν ολόκληρη η Εκκλησία. Μπροστά μας παρών αληθινά, ουσιαστικά, μυστικά ο Χριστός! «Ου εισιν δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα» (Ματθ. 18, 20), εκεί ανάμεσά τους είμαι και εγώ, λέγει ο Χριστός. Αυτό γίνεται την ώρα της λειτουργίας.

Γιατί είναι απαραίτητο το δεύτερο βάπτισμα


Η θανάσιμη αμαρτία σε αποκόπτει από την Εκκλησία, και παύεις να είσαι ζωντανό μέλος της Εκκλησίας. Όπως, όταν κόβεις ένα δάχτυλο και το πετάς, αυτό είναι καταδικασμένο σε θάνατο –αν προλάβουμε να το ξανακολλήσουμε, καλώς· αλλιώς είναι καταδικασμένο σε θάνατο, εφόσον το κόβεις από τη ζωή που είναι το όλο σώμα– έτσι, όταν αμαρτήσει κανείς θανάσιμα, αποκόπτει τον εαυτό του από το σώμα της Εκκλησίας και πεθαίνει. Αυτό κάνει η θανάσιμη αμαρτία.
Ήταν αδιανόητο να κάνουν θανάσιμες αμαρτίες οι πρώτοι χριστιανοί. Και όταν λένε τα βιβλία ότι πριν τη θεία Λειτουργία εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, εννοούν τις συγγνωστές αμαρτίες, που έκαναν ως άνθρωποι. Οι οποίες ήταν, ας πούμε, απροσεξίες, και όχι αμαρτίες που δείχνουν ότι ο άνθρωπος βαθύτερα δεν αγαπά τον Θεό, δεν πιστεύει στον Θεό, δεν πηγαίνει προς τον Θεό, δεν θέλει τον Θεό, και ότι έχει άλλες καταστάσεις μέσα του και άγεται και φέρεται και επηρεάζεται από αυτές.
Όταν λοιπόν πρωτοπαρουσιάστηκαν περιπτώσεις χριστιανών βαπτισμένων που αμάρτησαν θανάσιμα, η Εκκλησία προβληματίστηκε. Τι θα τους κάνει; Θα τους δεχθεί; Θα δεχθεί τη μετάνοιά τους ή θα τους αποκόψει οριστικά; Επειδή όμως ο Χριστός δεν ήλθε να κρίνει τον κόσμο, αλλά να σώσει τον κόσμο (Ιω. 12:47), και επειδή η Εκκλησία δεν υπάρχει για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σώσει τον κόσμο, η Εκκλησία δέχθηκε τη μετάνοια.

Δέχθηκε λοιπόν η Εκκλησία βαπτισμένους που αμάρτησαν –παρ’ όλο που είναι αδιανόητο βαπτισμένος να αμαρτήσει θανάσιμα– δέχθηκε τη μετάνοιά τους, αλλά υπό όρους. Και εδώ φαίνεται το αυστηρό της Εκκλησίας, με την έννοια ότι δεν είναι παιχνίδι η όλη υπόθεση.

Να το προσέξουμε αυτό.

Μία αμαρτία έκαναν ο Αδάμ και η Εύα, και ο Θεός πήρε μια τέτοια θέση απέναντι σ’ αυτή την αμαρτία, που από κει και πέρα, καθώς τους έδιωξε από τον παράδεισο, ξεκίνησε το όλο δράμα της ανθρωπότητος. Εδώ μέσα βέβαια κρύβεται και η σωτηρία της ανθρωπότητος. Και πάλι ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο, όμως ο Θεός δεν παίζει με αυτά τα πράγματα.

Και η Εκκλησία δεν μπορούσε να παίξει. Και γι’ αυτό: Αμάρτησες; Αμάρτησες σοβαρά; Θα καθίσεις έξω από τον ναό. Και είχε χωρίσει τους αμαρτάνοντας σε τάξεις, ανάλογα με το παράπτωμά τους και ανάλογα με τον καιρό που πέρασε από την ημέρα που μετενόησαν, και στον ναό τους άφηνε να μένουν στον νάρθηκα. Και μάλιστα, καθώς έμπαιναν οι πιστοί μέσα στον ναό, εκείνοι τους παρακαλούσαν: «Προσευχηθείτε και για μας, να μας ελεήσει ο Θεός».

Και κάθονταν εκεί και δύο χρόνια και τρία χρόνια και τέσσερα χρόνια, έως ότου να πεισθεί η Εκκλησία, να βεβαιωθεί η Εκκλησία ότι απέπτυσαν την αμαρτία· ότι όχι απλώς μετενόησαν για την πράξη, αλλά μετενόησαν για την όλη κατάσταση που δημιουργήθηκε μέσα τους, για την όλη διεργασία που έγινε μέσα τους, για να φθάσουν στο σημείο να κάνουν θανάσιμη αμαρτία. Αφού βεβαιωνόταν λοιπόν η Εκκλησία ότι ήταν πλήρης η μετάνοια, τους δεχόταν στους κόλπους της, και έτσι έμπαιναν μέσα στον ναό και αυτοί μαζί με όλους τους πιστούς.

Τι γίνεται τώρα; Τώρα υπάρχουν χριστιανοί, οι οποίοι, καίτοι είναι βαπτισμένοι, επειδή δεν παίρνουν στα σοβαρά την όλη υπόθεση, αφήνουν τον εαυτό τους ελεύθερο, και έτσι κάνει και κάνει αμαρτίες. Είναι πολλοί χριστιανοί που, ενώ πέφτουν σε βαρύτατες αμαρτίες, και όλη η ζωή τους είναι μια αμαρτία, δεν πολυνοιάζονται να τακτοποιήσουν την ψυχή τους. Όχι ότι ξεκόβουν εντελώς από την Εκκλησία. Θα πάνε στον ναό το Πάσχα, θα πάνε στη γιορτή τους ή κάποια άλλη φορά. Καμιά φορά πηγαίνουν και κοινωνούν, καθώς δεν στοιχίζει τίποτε, ή θα κάνουν ό,τι άλλο, γενικώς όμως είναι αδιάφοροι. Δεν τους απασχολεί: Είναι εντάξει με τον Θεό ή δεν είναι εντάξει; Είναι καθαρή η ψυχή τους ή δεν είναι καθαρή; Τακτοποιήθηκαν ενώπιον του Θεού; Συγχωρήθηκαν για τα παραπτώματα στα οποία υπέπεσαν, για τις πτώσεις τους, για τις αμαρτίες τους; Δεν τους απασχολεί αυτό.

Εκτός όμως από αυτούς που είναι πάρα πολλοί, και οι οποίοι θεωρούν τον εαυτό τους χριστιανό και θα μάλωναν μαζί μας, αν τυχόν αμφισβητούσαμε ότι είναι χριστιανοί, είναι και άλλοι –πολλοί και αυτοί– χριστιανοί ορθόδοξοι, που εξομολογούνται και ξαναεξομολογούνται, οι οποίοι όμως ίσως να μην έχουν καταλάβει καλά-καλά τι είναι αυτό που κάνουν, και έτσι δεν τακτοποιείται η ψυχή τους. Και μολονότι θεωρούν τον εαυτό τους μέλος της Εκκλησίας –αλλά δεν ξέρουμε· ο Θεός τους αναγνωρίζει ως μέλη της Εκκλησίας του, του σώματός του;– μολονότι πηγαίνουν και ξαναπηγαίνουν στον ναό, μολονότι είναι συνέχεια μέσα στον ναό και πηγαίνουν μάλιστα και κοινωνούν, δεν είναι σε καλή πνευματική κατάσταση.

Τα πρώτα χρόνια, για να γίνει κάποιος χριστιανός, έπρεπε όχι απλώς να βαπτιστεί, αλλά να μετανοήσει και να βαπτιστεί. Τα νήπια η Εκκλησία τα βάπτιζε και τα βαπτίζει, επειδή δεν υπάρχει αντίδραση. Τον μεγάλο όμως δεν δεχόταν η Εκκλησία να τον βαπτίσει, εάν δεν είχε μετανοήσει. Αυτό εφάρμοζε η Εκκλησία τότε, που γίνονταν σωστά τα πράγματα.

Θα πρέπει να τονίσω ότι όπως δεν μπορεί να γίνει κανείς χριστιανός, αν δεν μετανοήσει και δεν βαπτιστεί, και δεν υπάρχει αλλιώς σωτηρία, διότι «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται» (Μάρκ. 16:16), έτσι, για όσους αμαρτήσουν και προπαντός για όσους κάνουν θανάσιμα αμαρτήματα μετά το βάπτισμα, δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας από το δεύτερο βάπτισμα. Πρέπει να το πούμε καθαρά· έχουμε υποχρέωση να το πούμε. Όποιος το δέχεται, καλώς· όποιος όμως δεν το δέχεται, έχει αυτός την ευθύνη. Το μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως είναι ακριβώς το δεύτερο βάπτισμα.

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Αδάμ, πού ει;», Δ’ έκδ., Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2013, σελ. 147 (απόσπασμα).

Νέο Θαύμα του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου

Θαύμα του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου

Νέο θαύμα Αγίου Ιωάννου του Ρώσου. Ακόμα μια συγκλονιστική μαρτυρία για τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο έρχεται στο φως της δημοσιότητας, από τον Γέροντα Νεκτάριο. Σε παλαιότερο βίντεο στο κανάλι μας, με τον τίτλο “Εμφάνιση Αγίου Ιωάννου του Ρώσου”, διηγείται ο Γέροντας Νεκτάριος το θαύμα που έζησε από τον Άγιο Ιωάννη, καθώς και τι του είπε ο Άγιος Ιωάννης.

Ο Σταύρος από την Χαλκιδική ήρθε μέχρι το Τρίκορφο Φωκίδος στο μοναστήρι μας και ζήτησε από τον Γέροντα Νεκτάριο να προσευχηθεί στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο, για ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα που αντιμετώπιζε και δεν μπορούσε να βρει λύση. Ήταν μια μεγάλη αδικία, η οποία όμως με ανθρώπινο χέρι δεν μπορούσε να λυθεί, παρά μόνο με την βοήθεια του Θεού.

Ο Άγιος Ιωάννης μετά από λίγες ημέρες έλυσε το πρόβλημα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος όπως και όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας είναι ζωντανοί και όταν με πίστη τους επικαλούνται οι άνθρωποι οι Άγιοι ζητούν την βοήθεια από τον Θεό και τότε το θαύμα γίνεται όταν πρόκειται για την ψυχική ωφέλεια του ανθρώπου.

Παρακολουθήστε το βίντεο